Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία

Προηγιασμένη λέγεται η συγκεκριμένη (αρχαιότατη) λειτουργία γιατί τα Τίμια Δώρα δεν καθαγιάζονται κατά την διάρκειά της (μια και ο καθαγιασμός είναι αυτός καθ' αυτός πανηγυρικός και δεν τελείται στο πένθιμο κλίμα της Μ. Σαρακοστής), αλλά είναι ήδη καθαγιασμένα από την Λειτουργία της Κυριακής που προηγήθηκε (τα Σάββατα και οι Κυριακές εξαιρούνται από το πένθιμο κλιμα της Μ.Σαρακοστής ως Αναστάσιμες ημέρες - γιαυτό επιβάλλεται και η κατάλυση οίνου και ελαίου).
Κατά την διάρκεια της Κυριακάτικης Θ.Λειτουργίας, ο παπάς εκτός από την 1 μερίδα του Χριστού που βγάζει από το πρόσφορο, βγάζει και άλλες 2 (για την Τετάρτη και την Παρασκευή). Γιαυτό και η σφραγίδα του πρόσφορου "προβλέπει" τρείς μερίδες ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ. Κατά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων καθαγιάζονται και οι τρείς μερίδες. Η μία εμβαπτίζεται στον καθαγιασμένο Οίνο στο Άγιο Ποτήριο και κοινωνούν οι πιστοί ενώ στις άλλες δύο εγχέεται από την μεριά της ψίχας, με την Αγία Λαβίδα καθαγιασμένος Οίνος και φυλάσσονται για τις 2 Λειτουργίες των Προηγιασμένων της εβδομάδας.
Γιαυτό και κατά την Μεγάλη Είσοδο στις προηγιασμένες γονατίζουν όλοι, διότι τα Εισοδεύοντα δεν είναι απλώς ψωμί και κρασί (όπως στις κανονικές λειτουργίες στις οποίες ο καθαγιασμός γίνεται μετά την Είσοδο) αλλά είναι ήδη Σώμα και Αίμα Χριστού.
Επίσης απαγορεύεται αυστηρά να μεταφερθούν Προηγιασμένα Δώρα από την Εκκλησία στην οποία καθαγιάστηκαν σε άλλη προκειμένου να τελεστεί στην δεύτερη η Λειτουργία των Προηγιασμένων

ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ ΕΚ ΣΙΝΩΠΗΣ


ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ ΕΚ ΣΙΝΩΠΗΣ
Η ῾Αγία Ελένη ήταν κόρη της ευσεβούς οἰκογενείας Μπεκιάρη και έζησε τον 18ο αιώνα στη Σινώπη του Πόντου. Ηταν ωραιότατη ,αγνή, διακρινόταν γιὰ τὴν υπακοὴ στους γονεις της καὶ τον θερμὸ έρωτα της ψυχής της προς τον Νυμφίο Χριστὸ. ΗΤΑΝ 15 ἐτῶν, όταν η μητέρα της τὴν ἔστειλε νὰ ἀγοράση νήματα γιὰ τὸ κέντημα ἀπὸ τὸ κατάστημα τοῦ Κρυωνᾶ και την είδε ο Οὐκούζογλου Πασᾶς, Διοικητής τῆς Σινώπης. ῾Η ὡραιότητά της προσέλκυσε τὴν ἀκόλαστη ψυχή του καὶ σκέφθηκε νὰ τὴν μολύνει.῾Ο Πασᾶς διέταξε καὶ τὴν ἔφεραν μπροστά του αλλά όσες φορές κι αν προσπάθησε να την πλησιάσει ένα ἀόρατο τεῖχος προστάτευε τὴν κόρη. ῏Ηταν τὸ τεῖχος τῆς προσευχῆς. ῾Η ῾Ελένη καθ᾿ ὅλη τὴν διάρκεια ἐκείνης τῆς δοκιμασίας προσευχόταν νοερά, λέγοντας συνεχῶς τὸν ῾Εξάψαλμο. ῾Ο Πασάς τη φυλάκισε αλλά η ἁγνὴ κόρη κατώρθωσε, νὰ διαφύγη. Όταν Πασᾶς ἀντελήφθη τὴν ἀπόδρασί της, κάλεσε τὴν Δημογεροντία τῆς Σινώπης καὶ ζήτησε νὰ τοῦ την φέρουν πίσω, σὲ διαφορετικὴ περίπτωση, θὰ ἐπακολουθοῦσε γενικὴ σφαγὴ τῶν ῾Ελλήνων τῆς πόλεως. ῾Η Δημογεροντία τότε ζήτησε από τον Μπεκιάρη νὰ παραδώσει στὸν Πασᾶ τὴν κόρη του γιὰ τὸ συμφέρον τοῦ συνόλου. ῾Ο άτυχος πατέρας, ὑποτάχθηκε, ὅπως ὁ Πατριάρχης ᾿Αβραάμ. Ο Πασᾶς δέχθηκε πίσω μὲ ἀνείπωτη χαρὰ τὴν ὡραιότατη ῾Ελένη μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ κορέση πλέον τὶς ἀσελγεῖς ὀρέξεις του αλλά και πάλι η δύναμη της προσευχής της τον κράτησε μακρυά της. Οργισμένος, διέταξε νὰ τὴν κλείσουν στὶς ὑγρὲς φυλακὲς τῆς Σινώπης και όταν μετά από απέλπιδες προσπάθειες ημερών κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε να πετύχει το σκοπό του, διετάξε τον βασανισμό και τον θάνατο της. Τὸ σώμα της ἐτέθη μέσα σὲ ἕνα σάκκο καὶ πετάχτηκε στὴν θάλασσα. ᾿Αντὶ ὅμως νὰ βυθισθῆ, αυτό ἐπέπλεε, ἐνῶ οὐράνιο φῶς κατέβαινε ἐπ᾿ αὐτοῦ.Οἱ Τοῦρκοι τρομοκρατήθηκαν καὶ κραύγαζαν: «῾Η γκιαούρισσα καίγεται!.. ῾Η γκιαούρισσα καίγεται!...». Τὸ σακκί με το σεπτὸ Λείψανο της Αγίας συνέχισε νὰ ἐπιπλέη, ὥσπου ἔφθασε στὴν τοποθεσία Γάει, ὅπου λόγῳ τοῦ μεγάλου βάθους τῆς θαλάσσης τὰ νερὰ εἶναι μαῦρα κι ᾿εκεῖ πλέον βυθίστηκε... ΜΕΤΑ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες, ἕνα ἑλληνικὸ πλοῖο ἀγκυροβόλησε στὴν αυτήν τοποθεσία και ὁ φύλακας τοῦ πλοίου παρατήρησε ὅτι ἀπὸ τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσας έβγαινε φῶς καὶ νόμισε ὅτι ἐκεῖ ὑπῆρχε μεγάλος θησαυρὸς ἀπὸ χρυσό. Εἰδοποίησε τὸν πλοίαρχο γιὰ νὰ ἀνελκύσουν μὲ δύτες τὸν θησαυρό, τελικὰ ὅμως ἀντὶ χρυσοῦ ἀνέλκυσαν τὸν σάκκο μὲ τὸ Λείψανο τῆς Παρθενομάρτυρος ῾Ελένης. Ανοίγοντας τον, βρήκαν την κεφαλὴ τῆς ῾Αγίας, ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα και τρυπημένη από δύο καρφιά. ῾Ο πλοίαρχος μετέφερε κρυφὰ τὴν τιμία και θαυματουργή Κάρα τῆς ῾Αγίας ῾Ελένηςστὸν ῾Ιερὸ Ναὸ τῆς Παναγίας στὴν Σινώπη, τὸ δὲ σεπτὸ Σκήνωμά της ἐπεβίβασε σὲ ἄλλο πλοῖο, τὸ ὁποῖο ἔφευγε μὲ ῞Ελληνες γιὰ τὴν Ρωσία. Στὸ σημεῖο τῆς θαλάσσης ποὺ βυθίστηκε τὸ ἱερὸ Λείψανο, ἐξῆλθε ὡς πίδακας γλυκὺ νερὸ καὶ ἀπὸ τότε η περιοχὴ αὐτὴ ὠνομάστηκε «῾Αγιά-σματα». Κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν πρὶν ἀπὸ τὸ 1924, ο Καφαρόπουλος Χρῆστος, ἔφερε τὴν Κάρα τῆς ῾Αγίας ῾Ελένης στὸν ῾Ιερὸ Ναὸ τῆς ῾Αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης στὴν ῎Ανω Τούμπα Θεσσαλονίκης, ὅπου φυλάσσεται σήμερα εὐωδιάζουσα καὶ θαυματουργοῦσα.


---
»Η μαυρο-θάλασσα υγρόν, κι ο βυθόν δίχως χώμαν,

»εκεί ταφίν ‘κι ανοίγεται, μνήμαν ‘κι στερεούται,

»εκεί κερί ‘κι άφκεται, θυμίαμαν ‘κι καίει

»μνημόσυνον ‘κι γίνεται, και σταυρόν ‘κι καρφούται…

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Η ευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρου



Ανάμεσα σ’ όλες τις προσευχές και τους ύμνους τις Μεγάλης Τεσσαρακοστής μπορεί να ονομαστεί η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Παράδοση την αποδίδει σε έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής, τον Άγιο Εφραίμ το Σύρο. Να το κείμενο της προσευχής:


«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου,
πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας,
καί ἀργολογίας μή μοι δῷς.

Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης,
ὑπομονής καί ἀγάπης
χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.

Ναί, Κύριε Βασιλεῦ,
δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα,
καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου,
ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν».


Γιατί αυτή η σύντομη και απλή προσευχή κατέχει μια τόσο σημαντική θέση στην όλη λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής; Διότι απαριθμεί, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, όλα τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία της μετάνοιας και αποτελεί, θα λέγαμε, ένα «κανόνα ελέγχου» του προσωπικού μας αγώνα στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτός ο αγώνας σκοπεύει πρώτα απ’ όλα στην απελευθέρωσή μας από μερικές βασικές πνευματικές ασθένειες που διαμορφώνουν τη ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους ακόμα και για να κάνουμε αρχή στροφής στο Θεό.

Η αργία

Η βασική ασθένεια είναι η αργία. Είναι η παράξενη εκείνη τεμπελιά και η παθητικότητα ολόκληρης της ύπαρξής μας που πάντα μας σπρώχνει προς τα «κάτω» μάλλον παρά προς τα «πάνω» και που διαρκώς μας πείθει ότι δεν είναι δυνατό ν’ αλλάξουμε και επομένως δε χρειάζεται να επιθυμούμε την αλλαγή. Είναι ένας βαθιά ριζωμένος κυνισμός που σε κάθε πνευματική πρόκληση απαντάει με το «γιατί;» και καταντάει την ζωή μας μια απέναντι πνευματική φθορά. Αυτή είναι η ρίζα όλης της αμαρτίας γιατί δηλητηριάζει κάθε πνευματική ενεργητικότητα στην πιο βαθιά της πηγή.

Η λιποψυχία2

Το αποτέλεσμα της «αργίας», είναι η «λιποψυχία»2. Είναι μια κατάσταση δειλίας που όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας τη θεώρησαν το μεγαλύτερο κίνδυνο της ψυχής. Η λιποψυχία, η αποθάρρυνση, είναι η ανικανότητα του ανθρώπου να βλέπει καθετί καλό ή θετικό! Είναι η αναγωγή των πάντων στον αρνητισμό και στην απαισιοδοξία. Είναι στ’ αλήθεια μια δαιμονική δύναμη μέσα μας γιατί ο Σατανάς είναι βασικά ένας ψεύτης. Ψιθυρίζει ψευτιές στον άνθρωπο για το Θεό και για τον κόσμο· γεμίζει τη ζωή με σκοτάδι και αρνητισμό. Η λιποψυχία είναι η αυτοκτονία της ψυχής γιατί όταν ο άνθρωπος κατέχεται απ’ αυτή είναι εντελώς ανίκανος να δει το φως και να το επιθυμήσει.

Η φιλαρχία

Πνεύμα φιλαρχίας! Φαίνεται παράξενο πως η αργία και η λιποψυχία είναι ακριβώς εκείνα που γεμίζουν τη ζωή μας με τον πόθο της φιλαρχίας. Μολύνοντας όλη μας την τοποθέτηση απέναντι στη ζωή, κάνοντας την άδεια και χωρίς νόημα, μας σπρώχνουν ν’ αναζητήσουμε αντιστάθμισμα σε μια ριζικά λανθασμένη στάση απέναντι στα άλλα πρόσωπα.

Αν η ζωή μου δεν είναι προσανατολισμένη προς τον Θεό, αν δεν σκοπεύει σε αιώνιες αξίες, αναπόφευκτα θα γίνει εγωιστική και εγωκεντρική, πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι γίνονται τα μέσα για τη δική μου αυτοϊκανοποίηση. Αν ο Θεός δεν είναι ο «Κύριος και Δεσπότης της ζωής μου», τότε το εγώ μου γίνεται ο κύριος και δεσπότης μου, γίνεται το απόλυτο κέντρο του κόσμου μου και αρχίζω αν εκτιμώ καθετί με βάση τις δικές μου ανάγκες, τις δικές μου ιδέες, τις δικές μου επιθυμίες και τις δικές μου κρίσεις.

Έτσι η επιθυμία της φιλαρχίας γίνεται η βασική μου αμαρτία στις σχέσεις με τις άλλες υπάρξεις, γίνεται μια αναζήτηση υποταγής τους σε μένα. Δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να εκφράζεται η φιλαρχία μου σαν έντονη ανάγκη να διατάζω και να κηδεμονεύω τους «άλλους». Μπορεί επίσης να εκφράζεται και σαν αδιαφορία, περιφρόνηση, έλλειψη ενδιαφέροντος, φροντίδας και σεβασμού. Και είναι ακριβώς η «αργία», μαζί με τη «λιποψυχία» που απευθύνονται αυτή τη φορά προς τους άλλους· έτσι συμπληρώνεται η πνευματική αυτοκτονία με την πνευματική δολοφονία.

Η αργολογία

Τέλος είναι η αργολογία. Απ’ όλα γενικά τα δημιουργήματα μόνον ο άνθρωπος προικίστηκε με το χάρισμα του λόγου. Όλοι οι Πατέρες βλέπουν σ’ αυτό το χάρισμα την ακριβή «σφραγίδα» της θείας εικόνας στον άνθρωπο γιατί ο ίδιος ο Θεός αποκαλύφθηκε σαν Λόγος (Ιωαν. 1:1).

Αλλά όντας ο λόγος το ύψιστο δώρο, έτσι είναι και ο ισχυρότερος κίνδυνος. Όπως είναι η κυρίαρχη έκφραση του ανθρώπου, το μέσο για την προσωπική του πλήρωση, για τον ίδιο λόγο, είναι και το μέσο για την πτώση του, για την αυτοκαταστροφή του, για την προδοσία και την αμαρτία. Ο λόγος σώζει και ο λόγος σκοτώνει· ο λόγος εμπνέει και ο λόγος δηλητηριάζει. Ο λόγος είναι το μέσο της Αλήθειας αλλά είναι και μέσο για το δαιμονικό ψέμα.

Έχοντας μια βασικά θετική δύναμη ο λόγος, έχει ταυτόχρονα και μια τρομακτικά αρνητική. Ο λόγος δηλαδή δημιουργεί θετικά ή αρνητικά. Όταν αποσπάται από τη θεία καταγωγή και το θείο σκοπό του γίνεται αργολογία. «Ενισχύει» την αργία, τη λιποψυχία και τη φιλαρχία και μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση. Γίνεται η κυρίαρχη δύναμη της αμαρτίας.

Αυτά τα τέσσερα σημεία είναι οι αρνητικοί «στόχοι» της μετάνοιας. Είναι τα εμπόδια που πρέπει να μετακινηθούν. Αλλά μόνον ο Θεός μπορεί να τα μετακινήσει. Ακριβώς γι’ αυτό και το πρώτο μέρος της προσευχής αυτής είναι μια κραυγή από τα βάθη της καρδιάς του αβοήθητου ανθρώπου.

Στη συνέχεια η προσευχή κινείται στους θετικούς σκοπούς της μετάνοιας.

Η Σωφροσύνη

Σωφροσύνη! Αν δεν περιορίσουμε –πράγμα που συχνά και πολύ λαθεμένα γίνεται- την έννοια της λέξης «σωφροσύνη» μόνο στη σαρκική σημασία της, θα μπορούσε να γίνει κατανοητή σαν το θετικό αντίστοιχο της λέξης «αργία». «Αργία», πρώτα απ’ όλα, είναι η αδράνεια, τα σπάσιμο της διορατικότητας και της ενεργητικότητάς μας, η ανικανότητα να βλέπουμε καθολικά, σφαιρικά. Επομένως αυτή η ολότητα είναι το εντελώς αντίθετο από την αδράνεια.

Αν συνηθίζουμε με τη λέξη σωφροσύνη να εννοούμε την αρετή την αντίθετη από τη σαρκική διαφθορά είναι γιατί ο διχασμένος χαρακτήρας μας, πουθενά αλλού δεν φαίνεται καλύτερα παρά στη σαρκική επιθυμία, που είναι η αλλοτρίωση του σώματος από τη ζωή και τον έλεγχο του πνεύματος. Ο Χριστός επαναφέρει την «ολότητα» (τη σωφροσύνη) μέσα μας και το κάνει αυτό αποκαθιστώντας την αληθινή κλίμακα των αξιών, με το να μας οδηγεί πίσω στο Θεό.


Η Ταπεινοφροσύνη

Ο πρώτος και υπέροχος καρπός της σωφροσύνης είναι η ταπεινοφροσύνη. Πάνω απ’ όλα είναι η νίκη της αλήθειας μέσα μας, η απομάκρυνση του ψεύδους μέσα στο οποίο ζούμε. Μόνο η ταπεινοφροσύνη είναι άξια της αλήθειας· μόνο μ’ αυτή δηλαδή μπορεί κανείς να δει και δεχτεί τα πράγματα όπως είναι και έτσι να δει το Θεό, το μεγαλείο Του, την καλωσύνη Του και την αγάπη Του στο καθετί. Να γιατί, όπως ξέρουμε, ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».

Η Υπομονή

Μετά τη σωφροσύνη και την ταπεινοφροσύνη, κατά φυσικό τρόπο, ακολουθεί η υπομονή. Ο «φυσικός» ή «πεπτωκώς» άνθρωπος είναι ανυπόμονος, γιατί είναι τυφλός για τον εαυτό του, και βιαστικός στο να κρίνει και να καταδικάσει τους άλλους. Με διασπαρμένη, ατελή και διαστρεβλωμένη γνώση των πραγμάτων που έχει, μετράει τα πάντα με βάση τις δικές του προτιμήσεις και τις δικές του ιδέες. Αδιαφορεί για τον καθένα γύρω του εκτός από τον εαυτό του, θέλει η ζωή του να είναι πετυχημένη τώρα, αυτή τη στιγμή.

Η υπομονή, βέβαια, είναι μια αληθινά θεϊκή αρετή. Ο Θεός είναι υπομονετικός όχι γιατί είναι «συγκαταβατικός» αλλά γιατί βλέπει το βάθος όλων των πραγμάτων, γιατί η εσωτερική πραγματικότητά τους, την οποία εμείς με την τυφλότητά μας δεν μπορούμε να δούμε, είναι ανοιχτή σ’ Αυτόν. Όσο πιο κοντά ερχόμαστε στο Θεό τόσο περισσότερο υπομονετικοί γινόμαστε και τόσο πιο πολύ αντανακλούμε αυτή την απέραστη εκτίμηση για όλα τα όντα, πράγμα που είναι η κύρια ιδιότητα του Θεού.

Η Αγάπη

Τέλος, το αποκορύφωμα και ο καρπός όλων των αρετών, κάθε καλλιέργειας και κάθε προσπάθειας, είναι η αγάπη. Αυτή η αγάπη που, όπως έχουμε πει, μπορεί να δοθεί μόνο από το Θεό, είναι το δώρο που αποτελεί σκοπό που αποτελεί σκοπό για κάθε πνευματική προετοιμασία και άσκηση.

Η υπερηφάνεια

Όλα αυτά συγκεφαλαιώνονται στην τελική αίτηση της προσευχής του Αγίου Εφραίμ με την οποία ζητάμε: «…δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα, καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου…». Εδώ τελικά δεν υπάρχει παρά μόνο ένας κίνδυνος: η υπερηφάνεια. Η υπερηφάνεια είναι η πηγή του κακού και όλο το κακό είναι η υπερηφάνεια. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι αρκετό για μένα να βλέπω τα «ἐμά πταίσματα» γιατί ακόμα και αυτή η φαινομενική αρετή μπορεί να μετατραπεί σε υπερηφάνεια.

Τα πατερικά κείμενα είναι γεμάτα από προειδοποιήσεις για την ύπουλη μορφή ψευτοευσέβειας η οποία στην πραγματικότητα με το κάλυμμα της ταπεινοφροσύνης και της αυτομεμψίας μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματικά δαιμονική υπερηφάνεια. Αλλά όταν βλέπουμε τα δικά μας σφάλματα και δεν κατακρίνουμε τους αδελφούς μας, όταν με άλλα λόγια, η σωφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη, η υπομονή και η αγάπη γίνονται ένα σε μας, τότε και μόνο τότε ο αιώνιος εχθρός –η υπερηφάνεια- θ’ αφανιστεί μέσα μας.

π. Αλέξανδρος Σμέμαν
από το βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή»,
εκδόσεις «Ακρίτας»

Τί εἶναι τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου;

Το Ευχέλαιο
᾿Επειδή οἱἄνθρωποι ἀρρωσταίνουν, ὁ Κύριος ἐφοδίασε τήν ᾿Εκκλησία του μέ εἰδικό μυστήριο τοῦὁποίου σκοπός εἶναι κατά κύριο λόγο ἡἴαση τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν, κατά δεύτερο δέἡἴαση τῆς πνευματικῆς νόσου τῆς ψυχῆς (τῆς ἁμαρτίας). Εἶναι, λοιπόν, τό εὐχέλαιο μυστήριο θείας ἀρχῆς κατά τόὁποῖο, ὅταν χρίεται ὁἀσθενής μέἁγιασμένο ἔλαιο, κατέρχεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦἡὁποία χορηγεῖ πρώτως καί κυρίως τή σωματικήἴαση καί δευτερευόντως τήν ἴαση τῆς ψυχῆς ἀπό τήν ἁμαρτία.

Οἱ συστατικοί λόγοι τοῦ μυστηρίου βρίσκονται στήν καθολικήἐπιστολή᾿Ιακώβου τοῦ᾿Αδελφοθέου· «᾿Ασθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καί προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτόν ἀλείψαντες αὐτόν ἐλαίῳἐν τῷὀνόματι τοῦ Κυρίου· καίἡ εὐχή τῆς πίστεως σώσει τόν κάμνοντα, καίἐγερεῖ αὐτόν ὁ Κύριος· κἄν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ»287. Καί δέν λέγεται μέν ρητῶς ἐδῶὅτι ἡἵδρυση τοῦ μυστηρίου προέρχεται ἀπό τόν Κύριο· ὅμως συνάγεται ἐπαρκῶς, καθόσον ὁ᾿Ιάκωβος δέν θά προέβαινε σέ τέτοια σημαντική μαρτυρία, ἄν δέν εἶχε τήν πεποίθηση ὅτι ἡ μυστηριακή τελετή πού συνιστοῦσε ἀνάγεται στόν ἴδιο τόν Κύριο.

Οἱ αἰτιάσεις δέ κατά τοῦ εὐχελαίου, ὅτι τάχα τή θεραπεία τῆς σωματικῆς νόσου δέν ἐπιτελεῖἡὑπερφυσικήἐνέργεια τῆς χάριτος, ἀλλάἡ θεραπευτικήἰδιότητα τοῦἐλαίου, δέν εὐσταθεῖ, διότι ὡς σκοπός τοῦ μυστηρίου δέν τίθεται ἡ σωματικήἴαση μόνο, ἀλλά καίἡ πνευματικήἴαση τῆς ψυχῆς, πράγμα πού δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν ὅποια φυσικήἰδιότητα τοῦἐλαίου. ῎Αλλωστε ἄν ἦταν ἔτσι τά πράγματα, τήν ἐπάλειψη θά τήν ἔκανε ὁποιοσδήποτε ἄλλος πιστός (ἄνδρας ἤ γυναίκα) καί δέν θά προσκαλοῦνταν στό σπίτι τοῦἀσθενοῦς οἱ πρεσβύτεροι τῆς ᾿Εκκλησίας.

Τόὁρατό μέρος τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ σταυροειδής χρίση μέἁγιασμένο ἔλαιο τῶν μελῶν τοῦἀσθενοῦς ἐκφωνουμένης τῆς εὐχῆς· «Πάτερ ἅγιε, ἰατρέ τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων, ὁ πέμψας τόν μονογενῆ σου υἱόν, τόν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστόν, πᾶσαν νόσον ἰώμενον καίἐκ θανάτου λυτρούμενον, ἴασαι καί τόν δοῦλόν σου τόνδε ἐκ τῆς περιεχούσης αὐτόν σωματικῆς καί ψυχικῆς ἀσθενείας, καί ζωοποίησον αὐτόν διά τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ σου»288.

Οἱ τελετουργοί τοῦ μυστηρίου εἶναι οἱ πρεσβύτεροι (οἱἱερεῖς), περισσότεροι τοῦἑνός, ἐν ἀνάγκῃ δέ καίἕνας μόνο ἱερέας. Χρίονται δέὅλοι οἱἀσθενεῖς καίὄχι μόνο οἱ βαριάἀσθενοῦντες ἤὅσοι βρίσκονται στό τέλος τῆς ζωῆς τους.
Θεραπεύονται ὅλοι ἀνεξαίρετα οἱἀσθενεῖς διά τοῦ εὐχελαίου;

Οχι, δέν θεραπεύονται. ῾Ως πρός τό πρῶτο σκέλος τοῦ μυστηρίου (τήν ἴαση τῆς σωματικῆς νόσου), ἡ θεία χάρη δέν ἐνεργεῖ «ἐξ ἀνάγκης», ὅπως γίνεται στάὑπόλοιπα μυστήρια. ῎Αν συνέβαινε αὐτό, τότε θάἔκλειναν ὅλα τά νοσοκομεῖα καί τάἰατρεῖα. ᾿Επειδήὅμως κάτι τέτοιο δέν συμβαίνει, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς πιστούς σέ περίπτωση σωματικῆς ἀσθένειας προτιμοῦν νάἐπισκέπτονται τούς φυσικούς γιατρούς (ὄχι βέβαια ἀδικαιολόγητα) παρά τούς πνευματικούς (τούς ἱερεῖς). Τόὅτι δέν θεραπεύονται πάντοτε οἱ σωματικές ἀσθένειες αὐτό δέν ὀφείλεται μόνο στήν ἔλλειψη πίστεως ἀπό μέρους τοῦἀσθενοῦντος πού δέχεται τόἱερό μυστήριο, ἀλλά γενικότερα στή θεία βούληση, ἡὁποία θέλησε μέν τήν ἴαση τῶν ἀσθενούντων μελῶν τῆς ᾿Εκκλησίας (ἡὁποία πολλάκις πραγματοποιεῖται), ὄχι ὅμως καί νάἐξαλείψει ὁλοσχερῶς τίς σωματικές ἀσθένειες ἤ ν’ ἀποσοβήσει τό θάνατο, πράγματα πού εἶναι ἄλλωστε σημαντικά μέσα στούς παιδαγωγικούς σκοπούς τῆς θείας πρόνοιας.

῎Αν ὅμως τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου δέν λειτουργεῖἐξ ἀνάγκης ὡς πρός τό πρῶτο σκέλος του (τήν ἴαση τῶν ἀσθενειῶν), λειτουργεῖ πάντοτε ἐξ ἀνάγκης ὅσον ἀφορᾶ στό δεύτερο σκέλος του, δηλαδή τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Γιά τόν λόγο αὐτόἡ᾿Εκκλησία συνδέει τό εὐχέλαιο μέ τή μετάνοια, ἐπιτελώντας αὐτό καί σέὑγιεῖς πιστούς, οἱὁποῖοι ἑτοιμάζονται γιά τήν κοινωνία τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Δυσκολία ἀναφύεται μόνο ὡς πρός τό εἶδος τῶν ἁμαρτιῶν πού συγχωροῦνται στό εὐχέλαιο, δεδομένου ὅτι γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων ὑπάρχει εἰδικό μυστήριο, ἡ μετάνοια καίἡἐξομολόγηση, στόὁποῖο εἶναι ὑποχρεωμένος νά προσέλθει ὁ πιστός.

Τό εὐχέλαιο μπορεῖ νάἀντικαταστήσει τή μετάνοια; ῎Αν δέὁ πιστός ἔλαβε ἄφεση στό μυστήριο τῆς μετάνοιας, τί περισσό θάἔχει ἀπό τό εὐχέλαιο; Νάὑποθέσουμε, ὅτι στούς ἀσθενοῦντες πιστούς τό εὐχέλαιο ἐξαφανίζει τάὅποια ἐναπομείναντα λείψανα τῆς ἁμαρτίας, πού συνδέονται μέ τή σωματικήἀσθένεια, ἤ τίς ἁμαρτίες ἐκεῖνες πού λόγῳ καταστάσεώς του ὁἀσθενής ἀδυνατεῖ νάἐξομολογηθεῖ στόν ἱερέα; Ποιός ἄραγε γνωρίζει αὐτά τά πράγματα;
Τί λένε οἱ Ρωμαιοκαθολικοί περί τοῦ εὐχελαίου;

῾Η Δυτική᾿Εκκλησία δέχεται τό εὐχέλαιο ὡς ἐκκλησιαστικό μυστήριο. ᾿Από τόν δωδέκατο ὅμως αἰώνα τό μεταποίησε σέἔσχατη κρίση καί σέἐφόδιο τῶν ἀποθνησκόντων, μήἐπαναλαμβάνουσα αὐτό στήν ἴδια ἀσθένεια ἄν αὐτή ξαναεμφανισθεῖ. ᾿Ανάλογοι πρός τήν ἰδέα αὐτή εἶναι καί οἱ καρποί τοῦ μυστηρίου, οἱὁποῖοι ἀντιστρέφονται, δηλαδήὡς κύρια ἐνέργειά του εἶναι ἡἐξάλειψη τῆς ἁμαρτίας καί τῶν λειψάνων της καίἡἐνδυνάμωση τῆς ψυχῆς στόν ἐπικείμενο ἀγώνα της κατά τοῦ θανάτου. ῾Η μεταποίηση ὅμως αὐτή τοῦ εὐχελαίου σέἔσχατη χρίση ἀντιβαίνει πρός τήν ἀρχαία χρήση του καί στή διδασκαλία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, κατά τήν ὁποία τό μυστήριο διακονεῖται σέ κάθε ἀσθένεια καίὄχι μόνο στίς βαρύτατες πρό τοῦ θανάτου. ᾿Εσφαλμένα δέ χορηγεῖται ὡς ἐφόδιο ψυχῆς καθ’ ὅν χρόνο αὐτή εἰσέρχεται στίς αἰώνιες μονές, γιατί σάν τέτοιο ἐφόδιο ἦταν πάντοτε στήν ᾿Εκκλησία ὄχι τό εὐχέλαιο ἀλλάἡ θεία Εὐχαριστία289.
Τί λένε σχετικά οἱ Προτεστάντες;

Δέν τούς ἐνδιαφέρει. Δέν τό δέχονται ὡς μυστήριο καί γιάἄλλους λόγους ἀλλά καί γιατί δέν παρέχει πάντοτε τή σωματικήἀνάρρωση. Οἱ Λουθηρανοί μόνο τό δέχονται σάν μιά παραμυθητική τελετή, δηλαδή τελετή πού παρέχει παρηγορία, ἐάν περιορισθεῖ στήν ἐπίσκεψη τοῦἱερέα στόν ἀσθενή καί τή χορήγηση σ’ αὐτόν τῆς θείας μεταλήψεως. Οἱὑπόλοιποι Προτεστάντες τόἀπορρίπτουν παντελῶς.
Πηγή: www.apostoliki-diakonia.gr

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Τις Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών!


Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Τις Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών!

Ανακοινωθέν της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως



ΠΡΟΣΩΡlΝΗ ΔlΟlΚΗΣlΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤlΚΟΥ

Διακηρύττει

Τις Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών! Ο εχθρικός στόλος ο οποίος εφάνη περί το Κάβο-Δόρο, και μακρόθεν εφοβέριζε τας περικλεείς νήσους της Ύδρας και των Πετζών, ώστε και η διοίκησις ηναγκάσθη να προσκαλέση όλους τους ενταύθα οπλοφόρους να τρέξουν εις υπεράσπισιν αυτού του κέντρου της ελληνικής Ελευθερίας.

Αυτός ο στόλος, ο οποίος συγκείμενος από εκατόν περίπου πλοία πολεμικά και φορτηγά, έφερε στρατεύματα, τροφάς, πολεμοφόδια παντός είδους δια να συντελέση εις τον αφανισμόν της Ελλάδος διεσκορπίσθη, ύστερον από πεισματώδη και ένδοξον διά τους ανδρείους ναύτας μας μάχην, μεταξύ του Καβο-Δόρου, και της Άνδρoυ την 20 και 21 του παρόντος μηνός· και ο υπερήφανος Τοπάλ Πασάς μόλις διασωθείς καταδιώκεται με εικοσιεπτά μόνον πλοία, αντί των εκατόν, από την Βαν Moίραν του ελληνικού στόλου. Η ναυαρχίς, το μεγαλύτερον πλοίον του εχθρικού στόλου, εις το οποίον όμως δεν ευρέθη ο ίδιος ο Ναύαρχος γνωρίζων ίσως εκ πείρας, ότι κατ' αυτού διευθύνεται ο σύμμαχος των Ελλήνων Ήφαιστος, καί άλλη μικροτέρα φεργάτα, κατεκάησαν, μεταξύ της συμπλοκής, από τους ανδρείους και επιτηδείους εμπρηστάς μας· διάφορα άλλα πολεμικά, εν οις και μία φεργάτα, διεσκορπισμένα και διωκόμενα, έπεσαν εις τας νήσους της Σύρας, και Τήνου· πολλά φορτηγά εσυλλήφθησαν, και μετεφέρθησαν εις τας νήσους Ύδρας και Πετζών τα δε λοιπά περιπλανώνται εις το Αιγαίoν Πέλαγος, έως να γενούν και αυτά αντάξια της ελληνικής ανδρείας λάφυρα.

Ό,τι μας προμηνύει μετά μεγάλης πιθανότητος τον παντελή εξολοθρευμόν του Βυζαντινού στόλου, είναι, ότι χθές από πρωίας, και η πρώτη Moίρα του Ελληνικού στόλου, ευρεθείσα περί την Μήλον, και ειδοποιηθείσα τον καταδιωγμόν του εχθρικού, έτρεξε και αυτή κατόπιν, διά να μην δώση εις αυτόν καιρόν να διασωθή.

Τοιαύτα εστάθησαν τα λαμπρά κατορθώματα των ενδόξων Αρχηγών και Ναυτών της Βας Μοίρας κατορθώματα τα οποία αμαρτάνομεν, εάν δεν αποδώσωμεν εις την Θείαν αντίληψιν, την μόνην ικανήν να κατορθώση τοιαύτα θαύματα· Ναι, εις αυτήν πρέπει να τ' αποδώσωμεν.

Έλληνες! Όλοι ομοφώνως πρέπει να κράξωμεν «ΤΙΣ ΘΕΟΣ ΜΕΓΑΣ ΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ!». Αλλά από την πραγματικήν βεβαιότητα οπού έχομεν αυτής της θείας αντιλήψεως εγκαρδιούμενoι πρέπει και να τρέξωμεν με αδελφικήν ομόνοιαν, διά να εξομοιώσωμεν τα κατά την ξηράν έργα, με τα κατά την θάλασσαν. Ολιγάριθμα και μικρά Ελληνικά πλοία αντιπαρατάττονται με πολλά και μεγάλα, και αναπληρούν τον αριθμόν και το μέγεθος με την τόλμην και προθυμίαν, και θέλετε υποφέρει ολιγάριθμα ουτιδανά της Αιγύπτου ανδράποδα, να φοβερίζουν τους Νικητάς των πολυαρίθμων και ανδρείων ταγμάτων του Δράμαλη;

Ανδρείοι Πελοποννήσιoι! Τρέξατε όλοι μικροί και μεγάλοι να εκδικηθήτε τα μέχρι τούδε παθήματά σας. Γενναίοι Στερεοελλαδίται! όσον πολυάριθμος και αν είναι ο εχθρός ο οποίος εσκέπασε την Πατρίδα σας τόσον ευκολώτερα θέλετε τους αφανίση τώρα, ότε oι Ανδρείοι Ναύται μας τον αφαίρεσαν τας τροφάς και πολεμοφόδια, τα οποία έφερεν εις αυτόν ο Βυζαντινός στόλος, και διέλυσαν ολοτελώς το μεγάλον του σχέδιον κατά της Στερεάς Ελλάδος χωρίς ν' αφήσουν εις αυτόν ελπίδα θαλασσίου βοηθείας· μιμηθείτε όλοι το παράδειγμα των θαλασσινών, και η εφετεινή καταστροφή του εχθρού, θέλει επισφραγίσει τον πενταετή αγώνα της Ανεξαρτησίας, θέλει στερεώσει τον θρίαμβον του ΣΤΑΥΡΟΥ κατά της Ημισελήνου, θέλει καταστήσει ευτυχές, και επίφθονον το Ελληνικόν Έθνος.

ΕΝ ΝΑΥΠΛlΩ ΤΗ 14 ΜΑΪΟΥ 1825

Ο Αντιπρόεδρος

ΓΚlΚΑΣ ΜΠΟΤΑΣΗ

Ο Γενικός Γραμματέας
Α. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ

Ζήτω το Αθάνατο 21


Ο ηρωικός άνθρωπος αισθάνεται πως είναι διαλεγμένος από την Μοίραν ως αγωνιστής και ως μάρτυς - περισσότερον ως μάρτυς, αφού την επιτυχίαν δεν την μετρεί με αποτελέσματα άμεσα, με αριθμούς και μεγέθη, δεν την μετρεί καν διόλου. Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώση επάνω του (θα προσελκύση μάλλον εθελουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ' αστροπελέκια, διά να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Εις την ετοιμότητα του κινδύνου, τον σύρει με ακαταμάχητον έλξιν η αισθητική, θα έλεγα, γοητεία του κινδύνου, η συναίσθησις ότι είναι προνόμιον των ολίγων να συντρίβωνται υπέρ των άλλων υπο των άλλων - το πολυτιμότερον προνόμιον! Ο ηρωικός άνθρωπος δέν είναι το άνθος, δεν είν' ο καρπός - αυτά αντιπροσωπεύουν το παρόν και του παρόντος την ανεπιφύλακτον χαράν. Είναι ο σπόρος που θα ταφή και θα σαπίση δια ν' αναφανή το άνθισμα και το κάρπισμα. Είν' εκείνος που θάπτεται δια να εορτασθή η ανάστασις, και ανάστασις χωρίς ταφήν δεν υπάρχει."

Ιωάννης Συκουτρής (1901-1937). Υφηγητής της αρχαίας φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Απόσπασμα από το βιβλίο του "ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ - ΗΡΩΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ."

ο όρκος των φιλικών


"ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ ενώπιον του αληθινού θεού οικειοθελώς, ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα. Να μη φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία και λόγους της, μήτε να σταθώ κατ'ουδένα λόγον η αφορμή του να καταλάβωσιν άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή φίλον μου.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ, ότι εις το εξής δεν θέλω έμβει εις καμίαν άλλην εταιρείαν, οποία και αν είναι, μήτε εις κανένα δεσμόν υποχρεωτικόν. Και μάλιστα, οποιονδήποτε δεσμόν αν είχα, και τον πλέον αδιάφορον ως προς την Εταιρείαν, θέλω τον νομίζει ως ουδέν.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ, ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου, οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους. Θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην και αυτόν τον παντελή όλεθρόν των, όταν η περίστασις το συγχωρήση.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ να μη μεταχειρισθώ ποτέ βίαν δια να συγγνωρισθώ με κανένα συνάδελφον, προσέχων εξ εναντίας με την μεγαλυτέραν επιμέλειαν να μη λανθασθώ κατά τούτο, γινόμενος αίτιος ακολούθου τινός συμβάντος.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ να συντρέχω, όπου εύρω τινά συνάδελφον, με όλην την δύναμιν και την κατάστασίν μου. Να προσφέρω εις αυτόν σέβας και υπακοήν, αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν, και αν έτυχε πρότερον εχθρός μου, τόσον περισσότερον να τον αγαπώ και να τον συντρέχω καθ'όσον η έχθρα μου ήθελε είναι μεγαλυτέρα.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ, ότι, καθώς εγώ παρεδέχθην εις την Εταιρείαν, να δέχωμαι παρομοίως άλλον αδελφον, μεταχειριζόμενος πάντα τρόπον και όλην την κανονιζομένην άργητα, εωσού τον γνωρίσω Έλληνα αληθή, θερμόν υπερασπιστήν της πατρίδος, άνθρωπον ενάρετον και άξιον όχι μόνον να φυλάττη το μυστικόν, αλλά να κατηχήση και άλλον ορθού φρονήματος.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ να μην ωφελώμαι κατ'ουδένα τρόπον από τα χρήματα της Εταιρείας, θεωρών αυτά ως ιερόν πράγμα και ενέχυρον ανήκον εις όλον το έθνος μου. Να προφυλάττωμαι παρομοίως και εις τα λαμβανόμενα και στελλόμενα εσφραγιαμένα γράμματα.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ να μην ερωτώ ποτέ κανένα των Φιλικών με περιέργειαν, δια να μάθω οποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν. Κατά τούτο δε μήτε εγώ να φανερώσω, ή να δώσω αφορμήν εις τούτον να καταλάβη, ποίος με παρεδέχθη. Να υποκρίνωμαι μάλιστα άγνοιαν, αν γνωρίζω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινος

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ να προσέχω πάντοτε εις την διαγωγήν μου, να είμαι ενάρετος. Να ευλαβώμαι την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ τας ξένας. Να δίδω πάντοτε το καλόν παράδειγμα. Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον ασθενή, τον δυστυχή και τον αδύνατον. Να σέβωμαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια και τους διοικητάς του τόπου, εις τον οποίον διατρίβω.

ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ ΕΙΣ ΣΕ, Ω ΙΕΡΑ ΠΛΗΝ ΤΡΙΣΑΘΛΙΑ ΠΑΤΡΙΣ, ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ εις τους πολυχρονίους βασάνους Σου, ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα, τα οποία τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου, ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε. Εις το εξής Συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου. Το όνομά Σου ο οδηγός των πράξεών μου και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή των κόπων μου. Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήση επάνω εις τη κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της, το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν, και το υπικείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των Ομογενών μου, αν ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν τας δυστυχίας των και δεν εκπληρώσω το χρέος μου. Τέλος ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, δια να μη μολύνω την αγνότητα της Εταιρείας με την συμμετοχήν μου."

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου- Ερμηνεία εικόνας



Περιγραφή της εικόνας

Α) Ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Είναι ο «πρωτοστάτης άγγελος», ο αγγελιοφόρος του Θεού, που έφερε στην αγνή κόρη της Ναζαρέτ το χαρμόσυνο μήνυμα. Η στάση του σώματός του εκφράζει τη χαρά που έφερε το άγγελμά του. Παρόλο που ο αρχάγγελος βρίσκεται στο έδαφος, παρουσιάζεται με ορμή κίνησης, όπως άλλωστε μαρτυρεί το άνοιγμα των ποδιών του. Στον Ευαγγελισμό της Μονής Δαφνίου η στάση του αγγέλου δίνει με αριστουργηματικό τρόπο την εντύπωση πως η πτήση του δεν έχει τελειώσει, καθώς μιλάει στη Θεοτόκο. Ο Γαβριήλ με το αριστερό του χέρι κρατεί σκήπτρο, που συμβολίζει τον αγγελιοφόρο και όχι κρίνο, όπως μάς έχει συνηθίσει η δυτική ζωγραφική. Το δεξί του χέρι απλώνεται με βίαιη κίνηση προς τη Θεοτόκο σε σχήμα ομιλίας. Βόα σ’ αυτήν κατά το γνωστό τροπάριο «ποιον σοι εγκώμιον προσαγάγω επάξιον; τι δε ονομάσω σε; απορώ και εξίσταμαι. Διο, ως προσετάγην (=διατάχτηκα), βοώ σοι, Χαίρε η Κεχαριτωμένη».

Β) Η Θεοτόκος. Η Μητέρα του Θεού είναι η «κεχαριτωμένη», η ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Η βυζαντινή εικόνα του Ευαγγελισμού την παρουσιάζει άλλοτε να κάθεται στο θρόνο της και άλλοτε όρθια. Στην περίπτωση που η Θεοτόκος εικονίζεται καθισμένη, η εικόνα υπογραμμίζει την υπεροχή της απέναντι στον αρχάγγελο. Στην Εκκλησία μας υμνούμε, ως γνωστό, τη Θεοτόκο ως «την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ» (των αγγελικών δηλαδή ταγμάτων). Εδώ ο αγιογράφος είναι και συνεπής στο απόκρυφο κείμενο. Το Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου γράφει πως η Παναγία «πήρε την πορφύρα, κάθησε στο θρόνο της και την έγνεθε. Και κείνη τη στιγμή στάθηκε μπροστά της ένας Άγγελος». Σ’ άλλες εικόνες η Θεοτόκος είναι όρθια. Με τη στάση αυτή ακούει, κατά κάποιο τρόπο, καλύτερα το θείο μήνυμα.

Στην περίπτωση της Θεοτόκου αξίζει να μελετηθούν κυρίως τα αισθήματά της και οι σκέψεις της, ο ψυχικός της γενικά κόσμος την ώρα του Ευαγγελισμού.

Η εμφάνιση, πρώτα, του αρχαγγέλου και ο χαιρετισμός του, τάραξον τη Θεοτόκο. Το αδράχτι με το νήμα που σύμφωνα με την παράδοση (Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου) κρατούσε στο χέρι της, έπεσε από το φόβο της. Βυθίστηκε σε σκέψεις. Σκεπτόταν τη σημασία του αγγελικού χαιρετισμού. Δεν αμφιβάλλει, δεν απιστεί στη διαβεβαίωση του αρχαγγέλου ότι θα γίνει Μητέρα του Θεού, μόνο με φρόνηση ρωτάει «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;». Εδώ η Θεοτόκος διαφέρει από την Εύα. Εκείνη παρασύρθηκε από τον εγωισμό της και δέχτηκε ανεξέταστα όσα ο σατανάς της πρότεινε. Η Θεοτόκος, αντίθετα, στολισμένη με ταπεινοφροσύνη και υπακοή στο θέλημα του Θεού, ζητάει να μάθει με πιο τρόπο θα πραγματοποιηθούν τα λόγια του αγγελιοφόρου του Θεού. Όταν όμως ο αρχάγγελος τη διαβεβαίωσε πως όλα θα γίνονταν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη δύναμη του Θεού (το μαρτυρούν το τμήμα του κύκλου και οι ακτίνες που εκπέμπονται από αυτό στο πάνω μέρος της εικόνας), εκείνη ολόψυχα και ανεπιφύλακτα συγκατατέθηκε, «ίδου η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Στο δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της εορτής, η Εκκλησία μας δίκαια ψάλλει «Άγγελος λειτουργεί τω θαύματι, παρθενική γαστήρ τον Υιόν υποδέχεται Πνεύμα Άγιον καταπέμπεται, Πατήρ άνωθεν ειδοκεί και το συνάλλαγμα (=συμφωνία) κατά κοινήν πραγματεύεται βούληση, την επιθυμία, τη συμφωνία μεταξύ του Θεού και της Παρθένου, Πλάστη και πλάσματος, γιατί «η σάρκωσις του Λόγου ήτο έργον όχι μόνον του Πατρός και της Δυνάμεώς Του και του Πνεύματος... αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου» (άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, «Η Θεομήτωρ», σ. 134).

Η αμηχανία και η φρόνηση της Θεοτόκου, που με υπέροχους διαλόγους παρουσιάζουν τα τροπάρια της εορτής του Ευαγγελισμού, εκφράζονται σ’ άλλες εικόνες με την ανοιχτή παλάμη του δεξιού της χεριού. Η χειρονομία αυτή της απορίας είναι σαν να λέει «Γάμου υπάρχω αμύητος, πως ουν παίδα τέξομαι;» (β’ στιχηρό του εσπερινού).

Άλλες εικόνες του Ευαγγελισμού μάς τονίζουν τη συγκατάθεση της Θεοτόκου στα λόγια του αρχαγγέλου. Η Μητέρα του Θεού εικονίζεται με σκυμμένο το κεφάλι (όπως στην εικόνα μας) έχοντας το δεξί της χέρι πάνω στο στήθος της, ή να βγαίνει από το μαφόριό της. αυτά μάς θυμίζουν το «ιδού η δούλη Κυρίου...». Στην εικόνα μας ο αγιογράφος συνδυάζει στη στάση της Θεοτόκου την αμηχανία με τη συγκατάθεση. Παρουσιάζει τη Θεοτόκο με σκυμμένο το κεφάλι και βυθισμένη στις σκέψεις της.

Ο πιστός, καθώς ατενίζει και μελετά και προσκυνεί την εικόνα του Ευαγγελισμού, γεμάτος από χαρά και ευγνωμοσύνη σιγοψάλλει «Άξιον εστίν, ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».

Από το βιβλίο
«Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων»
(α’ τόμος)
Χρήστου Γκότση
Εκδ. Αποστολική Διακονία

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

ΣΤΑΥΡΟΣ «ΤΡΟΠΑΙΟ ΝΙΚΗΣ»

«Σταυρός, ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης
Σταυρός, ἡ ὡραιότης τῆς Εκκλησίας
Σταυρός, βασιλέων τό κραταίωμα
Σταυρός, πιστῶν τό στήριγμα
Σταυρός, ἀγγέλων ἡ δόξα καί τῶν δαιμόνων τό τραῦμα»


Πώς και γιατί πρέπει να γίνεται το σημείο του Τιμίου Σταυρού


«Ακούσατε, Χριστιανοί μου.

Το άγιο Ευαγγέλιο μας λέγει: Η Αγία Τριάς δοξάζεται στον ουρανό από του Αγίους Αγγέλους πιο πολύ και πιο καλά από ό,τι εδώ στη γη από εμάς.

Τι πρέπει λοιπόν να κάμεις;

Σμίγεις τα τρία δάκτυλα του δεξιού χεριού σου, και μη μπορώντας να ανεβείς στον ουρανό να ενωθείς με τους Αγγέλους να προσκυνήσεις και να δοξολογήσεις την Αγία Τριάδα, βάνεις το χέρι σου στο κεφάλι σου, που είναι επάνω και στρογγυλό και συμβολίζει τον ουρανό, και λέγεις: καθώς σεις οι Άγγελοι δοξάζετε την Αγία Τριάδα, έτσι και εγώ ο ανάξιος δούλος της, την Αγία Τριάδα προσκυνώ.

Και καθώς αυτά τα τρία δάκτυλα είναι τρία και ξεχωριστά και ενωμένα, έτσι και ο Θεός, είναι και τρία πρόσωπα και ένας Θεός.

Κατεβάζεις μετά το χέρι στην κοιλιά σου και λέγεις: Σε προσκυνώ και Σε λατρέυω, Κύριέ μου, ότι κατεδέχθεις και σαρκώθηκες στην κοιλία της Υπεραγίας Θεοτόκου για την σωτηρία μας·

Το βάνεις στον δεξιό σου ώμο και λέγεις: Σε παρακαλώ, Χριστέ μου, να με συγχωρήσεις και να με βάλεις στα δεξιά Σου με τους δικαίους.

Βάνοντάς το δε στον αριστερό σου ώμο λέγεις: Σε παρακαλώ, Κύριέ μου, μη με βάλεις με τους αμαρτωλούς στα αριστερά.

Έπειτα κύπτοντας κάτω στη γη λέγεις: Σε δοξάζω, Θεέ μου, Σε προσκυνώ και σε λατρέυω, γιατί όπως μπήκες Συ στον τάφο για μας, έτσι θα μπω κι εγώ.

Έπειτα σηκώνεσαι όρθιος, φανερώνοντας έτσι την Ανάσταση, και λέγεις: Σε δοξάζω, Κύριε και Σωτήρα μου, Σε προσκυνώ και Σε λατρεύω. Γιατί αναστήθηκες από τους νεκρούς για να μας χαρίσεις την αιώνια ζωή.

Αυτό σημαίνει ο Πανάγιος Σταυρός».

(Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, 5η διδαχή)

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Πράκτορες Θανάτου

Πράκτορες Θανάτου


Η οικονομική κρίση, που ξέσπασε και συνταράζει την οικουμένη ολόκληρη σήμερα, απογυμνώνει τον άνθρωπο της καταναλωτικής κοινωνίας από εκείνες τις πενιχρές - αλλά λυσσαλέα διαφημιζόμενες - βεβαιότητες που καλλιεργούν συστηματικά τα τελευταία χρόνια οι πολύμορφοί πράκτορες του πνευματικού μηδενισμού.

Επιδιώκοντας να σκοτώσουν τον Θεό - την θρησκεία, την Πατρίδα, τους θεσμούς που επί αιώνες οι άνθρωποι εχαλκούργησαν με κόπο κι επιμονή για να αποκτήσουν στήριγμα στην εύθραυστη εγκοσμιότητά τους, - όχι πλέον άνθρωποι απλοί αλλά πανεπιστημιακοί οιηματίες και στοχαστές επίπεδοι, λυσσαλέοι υπηρέτες του πνευματικού μηδενισμού, άπλωσαν σε όλο τον κόσμο μίαν επίπεδη, γοητευτική εγκοσμιότητα - μοναδικό αντιστύλι στην βεβαιότητα του θανάτου ως τέλους της περιπέτειας του Ανθρώπου - ως όντος που τα άνω θωρεί. Πολλές κατοικίες, πολλά μέσα μετακίνησης, πολλές διασκεδάσεις, - συχνά υπό το προσωπείο ενός δυσοίωνου «πολιτισμού», - πολλές απολαύσεις του σαρκικού ανθρώπου ώστε να καταπνιγεί τελείως, να εξοντωθεί ο όρθιος, ο ευθύς, ο άγρυπνος εσωτερικά άνθρωπος. Να πιστέψει, και να δεχθεί πως πεθαίνοντας, πεθαίνει τελειωτικά, πεθαίνει πλήρως, δεν υπάρχει τίποτε πίσω από το σκοτεινό, συχνά ζοφερό, παραπέτασμα του θανάτου. Επομένως, ας χαρούν, όσοι μπορούν, όπως μπορούν οι θνητοί την εγκοσμιότητά τους κι ας καταπνίξουν εντός τους οποιοδήποτε πνευματικό σκίρτημα, κάθε μεταφυσικό διερώτημα, οποιαδήποτε νοσταλγική έφεση προς μια πραγματικότητα, υπέρτερη ετούτης που απλώνει μαυλιστικά εμπρός τους η καταναλωτική κοινωνία.

Έτσι, ολόκληρη η ανθρωπότητα, υποχείρια και του μεγάλου κεφαλαίου - λυσσαλέου εχθρού του Θεού και του πνεύματος - και των ηγετών του σημερινού κόσμου, πολιτικών και δημοσιογράφων, ζει και λειτουργεί για να καταναλώνει, - δεν καταναλώνει για να ζει - έχοντας αποδεχθεί τον θάνατο ως φορέα του μηδενός, έχοντας επομένως ποδοπατήσει τον Θεό και τον πνευματικό πολιτισμό που ανορθώνει τον άνθρωπο.

Που να στραφεί, όμως, αυτός ο απογυμνωμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος ο παγιδευμένος από την ματαιότητα του χρόνου, τώρα που ξέσπασε, ζοφερή, η οικονομική κρίση, αυτή η υστερία που τον απογυμνώνει από την βεβαιότητα της εγκοσμιότητάς του, που τον παρωθεί, όχι πλέον να απολαμβάνει αλλά να αναρωτιέται; Και τι θα του ειπούν σήμερα όσοι ευφυέστατοι πανεπιστημιακοί, διανοούμενοι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι τον προέτρεπαν επίμονα να χαρεί την ζωή αυτή ως μοναδική που του δόθηκε, λακτίζοντας τον «πειρασμό» του Θεού και αποψιλώνοντας την ουσία του πνευματικού πολιτισμού, υποβιβάζοντάς τον σε διασκέδαση;

Η οικονομική αυτή κρίση δημιουργεί συγκλονιστικά ρήγματα στην συνείδηση του ανθρώπου των καιρών μας διότι ξεγυμνώνει την καταναλωτική κοινωνία από την λικνιστική γοητεία του μηδενός και τον παρωθεί να επανέλθει στα μεγάλα, διαχρονικά διερωτήματα - και να ψαύσει ίσως την ιερή ελπίδα μιας ζωής μετά την ζωή αυτή, ενός κόσμου πέρα από τον κόσμο της κατανάλωσης, μιας πραγματικότητας που κι όταν θαμποφέγγε, την προπηλάκιζε υπό τις ευφυείς ιαχές των «μορφωμένων», των «φημισμένων», των «σπουδαίων» της αρρωστημένης πλέον αυτής κοινωνίας. Διότι όταν μια ανθρώπινη κοινωνία τρέφεται μόνο με χρήμα, με τις εγκόσμιες τροφές που αυτό τις προσφέρει, αρρωσταίνει βαριά και προγεύεται τον αφανισμό της.

Και τώρα, τι θα δώσει ο άνθρωπος των καιρών μας ως αντάλλαγμα της ψυχής του; Πως, μεθυσμένος από την τρυφηλή εγκοσμιότητά του, να λησμονήσει τον θάνατο που καιροφυλακτεί εκ γενετής στην θύρα του κόσμου, και να ξαναθυμηθεί πως υπάρχει ο Θεός και πως μέσα στο σαρκίο του που κινδυνεύει, αγρυπνεί μια ψυχή;

ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΡΑΚΟΣΤΗ


Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία προς το Πάσχα


Όταν κάποιος ξεκινάει για ένα ταξίδι θα πρέπει να ξέρει που πηγαίνει. Αυτό συμβαίνει και με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω απ΄ όλα η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα, «η Εορτή Εορτών». Είναι η προετοιμασία για την «πλήρωση του Πάσχα, που είναι η πραγματική Αποκάλυψη». Για το λόγο αυτό θα πρέπει να αρχίσουμε με την προσπάθεια να καταλάβουμε αυτή τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη Σαρακοστή και το Πάσχα, γιατί αυτή αποκαλύπτει κάτι πολύ ουσιαστικό και πολύ σημαντικό για τη Χριστιανική πίστη και ζωή μας.

Άραγε είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε ότι το Πάσχα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια γιορτή, πολύ πέρα από μια ετήσια ανάμνηση ενός γεγονότος που πέρασε; Ο καθένας που, έστω και μια μόνο φορά, έζησε αυτή τη νύχτα «τη σωτήριο, τη φωταυγή και λαμπροφόρο», που γεύτηκε εκείνη τη μοναδική χαρά, το ξέρει αυτό.

Αλλά τι είναι αυτή η χαρά; Γιατί ψέλνουμε στην αναστάσιμη λειτουργία: «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια»; Με ποια έννοια «εορτάζομεν» - καθώς ισχυριζόμαστε ότι το κάνουμε - «θανάτου την νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν άλλης βιοτής της αιωνίου απαρχήν...»;

Σε όλες αυτές τις ερωτήσεις η απάντηση είναι: η νέα ζωή η οποία πριν από δύο χιλιάδες περίπου χρόνια «ανέτειλεν εκ του τάφου», προσφέρθηκε σε μας, σε όλους εκείνους που πιστεύουν στο Χριστό. Μας δόθηκε τη μέρα που βαφτιστήκαμε, τη μέρα δηλαδή που όπως λέει ο Απ. Παύλος: «... συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4).

Έτσι το Πάσχα πανηγυρίζουμε την Ανάσταση του Χριστού σαν γεγονός που έγινε και ακόμη γίνεται σε μας. Γιατί ο καθένας από μας έλαβε το δώρο αυτής της νέας ζωής και τη δύναμη να την αποδεχτεί και να ζήσει δια μέσου της. Είναι ένα δώρο που ριζικά αλλάζει τη διάθεσή μας απέναντι σε κάθε κατάσταση αυτού του κόσμου, ακόμη και απέναντι στο θάνατο. Μας δίνει τη δύναμη να επιβεβαιώνουμε θριαμβευτικά το: «νικήθηκε ο θάνατος». Φυσικά υπάρχει ακόμα ο θάνατος, είναι σίγουρος, τον αντιμετωπίζουμε, και κάποια μέρα θα έρθει και για μας. Αλλά όλη η πίστη μας είναι ότι με το δικό Του θάνατο ο Χριστός άλλαξε τη φύση ακριβώς του θανάτου. Τον έκανε πέρασμα - «διάβαση», «Πάσχα» - στη Βασιλεία του Θεού μεταμορφώνοντας τη δραματικότερη τραγωδία σε αιώνιο θρίαμβο, σε νίκη. Με το «θανάτω θάνατον πατήσας», μας έκανε μέτοχους της Ανάστασής Του. Ακριβώς γι΄ αυτό στο τέλος του όρθρου της Ανάστασης - στον Κατηχητικό Λόγο του Ιωάννου Χρυσοστόμου - λέμε θριαμβευτικά: «Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι».

Τέτοια είναι η πίστη της Εκκλησίας που επιβεβαιώνεται και φανερώνεται με τη ζωή των αναρίθμητων αγίων της. Αλλά μήπως δε ζούμε καθημερινά το γεγονός ότι αυτή η πίστη σπάνια γίνεται και δική μας εμπειρία; Μήπως δε χάνουμε πολύ συχνά και δεν προδίνουμε αυτή τη «νέα ζωή» που λάβαμε σαν δώρο, και στην πραγματικότητα ζούμε σαν να μην αναστήθηκε ο Χριστός και σαν να μην έχει νόημα για μας αυτό το μοναδικό γεγονός; Και όλα αυτά εξαιτίας της αδυναμίας μας, της ανικανότητάς μας να ζούμε σταθερά με «πίστη ελπίδα και αγάπη», στο επίπεδο εκείνο που μας ανέβασε ο Χριστός όταν είπε: «Ζητείτε πρώτον την Βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού». Απλούστατα εμείς ξεχνάμε όλα αυτά γιατί είμαστε τόσο απασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στις καθημερινές έγνοιες μας και ακριβώς επειδή ξεχνάμε, αποτυχαίνουμε. Μέσα σ΄ αυτή τη λησμοσύνη, την αποτυχία και την αμαρτία η ζωή μας γίνεται ξανά «παλαιά», ευτελής, σκοτεινή και τελικά χωρίς σημασία, γίνεται ένα χωρίς νόημα ταξίδι για ένα χωρίς νόημα τέρμα. Καταφέρνουμε να ξεχνάμε ακόμα και το θάνατο και τελικά, εντελώς αιφνιδιαστικά, μέσα στις «απολαύσεις της ζωής» μας έρχεται τρομακτικός, αναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεί κατά καιρούς να παραδεχόμαστε τις ποικίλες «αμαρτίες» μας και να τις εξομολογούμαστε, όμως εξακολουθούμε να μην αναφέρουμε τη ζωή μας σ΄ εκείνη τη νέα ζωή που ο Χριστός αποκάλυψε και μας έδωσε. Πραγματικά ζούμε σαν να μην ήρθε ποτέ Εκείνος. Αυτή είναι η μόνη πραγματική αμαρτία, η αμαρτία όλων των αμαρτιών, η απύθμενη θλίψη και τραγωδία όλων των κατ΄ όνομα χριστιανών.

Αν το αναγνωρίζουμε αυτό, τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι το Πάσχα και γιατί χρειάζεται και προϋποθέτει τη Μεγάλη Σαρακοστή. Γιατί τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας και όλος ο κύκλος των ακολουθιών της υπάρχουν, πρώτα απ΄ όλα, για να μας βοηθήσουν να ξαναβρούμε το όραμα και την γεύση αυτής της νέας ζωής, που τόσο εύκολα χάνουμε και προδίνουμε, και ύστερα να μπορέσουμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην Εκκλησία. Πως είναι δυνατόν να αγαπάμε και να επιθυμούμε κάτι που δεν το ξέρουμε; Πως μπορούμε αν βάλουμε πάνω από καθετί άλλο στη ζωή μας κάτι που ποτέ δεν έχουμε δει και δεν έχουμε χαρεί; Με άλλα λόγια: πως μπορούμε, πως είναι δυνατόν να αναζητήσουμε μια Βασιλεία για την οποία δεν έχουμε ιδέα; Η λατρεία της Εκκλησίας ήταν από την αρχή και είναι ακόμα και τώρα η είσοδος και η επικοινωνία μας με τη νέα ζωή της Βασιλείας. Μέσα από τη λειτουργική της ζωή η Εκκλησία μας αποκαλύπτει εκείνα που «οφθαλμός ουκ οίδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (Κορ. 2,9). Και στο κέντρο αυτής της λειτουργικής ζωής, σαν καρδιά της και μεσουράνημά της - σαν ήλιος που οι ακτίνες του διαπερνούν καθετί - είναι το Πάσχα. Το Πάσχα είναι η πόρτα, ανοιχτή κάθε χρόνο, που οδηγεί στην υπέρλαμπρη Βασιλεία του Χριστού, είναι η πρόγευση της αιώνιας χαράς που μας περιμένει, είναι η δόξα της νίκης η οποία από τώρα, αν και αόρατη, πλημμυρίζει όλη την κτίση: «νικήθηκε ο θάνατος».

Ολόκληρη η λατρεία της Εκκλησίας είναι οργανωμένη γύρω από το Πάσχα, γι΄ αυτό και ο λειτουργικός χρόνος, δηλαδή η διαδοχή των εποχών και των εορτών, γίνεται ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα στο Πάσχα, που είναι το Τέλος και που ταυτόχρονα είναι η Αρχή. Είναι το τέλος όλων αυτών που αποτελούν τα «παλαιά» και η αρχή της «νέας ζωής», μια συνεχής «διάβαση» από τον «κόσμο τούτο» στην Βασιλεία που έχει αποκαλυφτεί «εν Χριστώ».

Παρ΄ όλα αυτά η «παλαιά» ζωή, η ζωή της αμαρτίας και της μικρότητας, δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί και ν΄ αλλάξει. Το Ευαγγέλιο περιμένει και ζητάει από τον άνθρωπο να κάνει μια προσπάθεια η οποία, στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα ο άνθρωπος, είναι ουσιαστικά απραγματοποίητη. Αντιμετωπίζουμε μια πρόκληση. Το όραμα, ο στόχος, ο τρόπος της νέας ζωής είναι για μας μια πρόκληση που βρίσκεται τόσο πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας!

Γι΄ αυτό, ακόμα και οι Απόστολοι, όταν άκουσαν τη διδασκαλία του Κυρίου Τον ρώτησαν απελπισμένα: «τις άρα δύναται σωθήναι;» (Ματθ. 19,26). Στ΄ αλήθεια δεν είναι καθόλου εύκολο ν΄ απαρνηθείς ένα ασήμαντο ιδανικό ζωής καμωμένο με τις καθημερινές φροντίδες, με την αναζήτηση των υλικών αγαθών, με την ασφάλεια και την απόλαυση και να δεχτείς ένα άλλο ιδανικό ζωής το οποίο βέβαια δεν στερείται καθόλου τελειότητας στο σκοπό του: «Γίνεσθε τέλειοι ως ο Πατήρ ημών εν ουρανοίς τέλειος εστίν». Αυτό ο κόσμος με όλα του τα «μέσα» μας λέει: να είσαι χαρούμενος, μην ανησυχείς, ακολούθα τον «ευρύ» δρόμο. Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο λέει: διάλεξε το στενό δρόμο, αγωνίσου και υπόφερε, γιατί αυτός είναι ο δρόμος για τη μόνη αληθινή ευτυχία. Και αν η Εκκλησία δεν βοηθάει πως θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτή τη φοβερή εκλογή; Πως μπορούμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην υπέροχη υπόσχεση που μας δίνεται κάθε χρόνο το Πάσχα; Ακριβώς αυτή είναι η στιγμή που εμφανίζεται η Μεγάλη Σαρακοστή. Αυτή είναι η «χείρα βοηθείας» που απλώνει σε μας η Εκκλησία. Είναι το σχολείο της μετάνοιας που θα μας δώσει δύναμη να δεχτούμε το Πάσχα όχι σαν μια απλή ευκαιρία να φάμε, να πιούμε, ν΄ αναπαυτούμε, αλλά, βασικά, σαν το τέλος των «παλαιών» που είναι μέσα μας και σαν είσοδό μας στο «νέο».

Στην αρχαία Εκκλησία ο βασικός σκοπός της Σαρακοστής ήταν να προετοιμαστούν οι «Κατηχούμενοι», δηλαδή οι νέοι υποψήφιοι χριστιανοί, για το βάπτισμα που, εκείνο τον καιρό, γίνονταν στη διάρκεια της αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας. Αλλά ακόμα και τώρα που η Εκκλησία δεν βαφτίζει πια τους χριστιανούς σε μεγάλη ηλικία και ο θεσμός της κατήχησης δεν υπάρχει πια, το βασικό νόημα της Σαρακοστής παραμένει το ίδιο. Γιατί, αν και είμαστε βαφτισμένοι, εκείνο που συνεχώς χάνουμε και προδίνουμε είναι ακριβώς αυτό που λάβαμε στο Βάπτισμα. Έτσι το Πάσχα για μας είναι η επιστροφή, που κάθε χρόνο κάνουμε, στο βάπτισμά μας και επομένως η Σαρακοστή είναι η προετοιμασία μας γι΄ αυτή την επιστροφή - η αργή αλλά επίμονη προσπάθεια να πραγματοποιήσουμε τελικά τη δική μας «διάβαση», το «Πάσχα» μας στη νέα εν Χριστώ ζωή. Το ότι, καθώς θα δούμε, οι ακολουθίες στη σαρακοστιανή λατρεία διατηρούν ακόμα και σήμερα τον κατηχητικό και βαπτιστικό χαρακτήρα, δεν είναι γιατί διατηρούνται «αρχαιολογικά» απομεινάρια, αλλά είναι κάτι το ζωντανό και ουσιαστικό για μας. Γι΄ αυτό κάθε χρόνο η Μεγάλη Σαρακοστή και το Πάσχα είναι, μια ακόμα φορά, η ανακάλυψη και η συνειδητοποίηση του τι γίναμε με τον «δια βαπτίσματός» μας θάνατο και την ανάσταση.

Ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα! Καθώς το αρχίζουμε, καθώς κάνουμε το πρώτο βήμα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής βλέπουμε - μακριά, πολύ μακριά - τον προορισμό. Είναι η χαρά της Λαμπρής, είναι η είσοδος στη δόξα της Βασιλείας. Είναι αυτό το όραμα, η πρόγευση του Πάσχα, που κάνει τη λύπη της Μεγάλης Σαρακοστής χαρά, φως, και τη δική μας προσπάθεια μια «πνευματική άνοιξη». Η νύχτα μπορεί να είναι σκοτεινή και μεγάλη, αλλά σε όλο το μήκος του δρόμου μια μυστική και ακτινοβόλα αυγή φαίνεται να λάμπει στον ορίζοντα. «Μη καταισχύνης ημάς από της προσδοκίας ημών, Φιλάνθρωπε!»

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

Περί ἐλέγχου συνειδήσεως(Ἀπόσπασμα ἀπό τήν Μ` ὁμιλία τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ στόν βίο τοῦ Ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου.

Ὁ καθένας ἀπό τούς δουλωμένους στήν ἁμαρτία καί τά πάθη ,ὅταν ἐλέγχονται ἀπό τή συνείδησή τους , ἐπειδή αἰσθάνονται βάρος καί δυσφορία, μοιάζουν πρῶτα νά τήν κλειδώνουν ,ὅπως ὁ Ἡρώδης φυλάκισε τόν Ἰωάννη, μήν θέλοντας νά τήν ἀκοῦν. Ὅταν δέ ἐξαρτηθοῦν τελείως ἀπό τήν Ἡρωδιάδα πού παράνομα συγκατοικεῖ μέ αὐτούς, δηλαδή τήν ἁμαρτωλή θέληση, τότε διαγράφουν καί τόν ἔμφυτο λόγο τῆς θείας χάρης , τήν συνείδησή τους δηλαδή , καταργώντας την τελείως , ἀλλά καί ἀπιστοῦν καί ἀντιτίθενται στήν Θεόπνευστο Γραφή, ἀσυνείδητοι πρός τά πάντα καί πολέμιοι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ Ἡρώδης στόν Ἰωάννη. Ἀλλά καί οἱ ἀντιτιθέμενοι στήν ἀλήθεια τῆς εὐσεβείας τά ἴδια πάσχουν ἤ ἀκόμα καλύτερα, πράττουν τά ἴδια. Διότι ὅταν ἐλέγχονται ἀπό τά προφητικά καί ἀποστολικά καί πατερικά λόγια πού προτείνονται ἀπό μᾶς , πρῶτα τά κλειδαμπαρώνουν μέσα στά βιβλία , λέγοντας "ἀφῆστε τα νά βρίσκονται ἐκεῖ καί ἄς μήν τά χρησιμοποιεῖ κανείς καί ἄς μήν τά προβάλλει κανείς" μήν ἀκούγοντας οὔτε τόν Κύριο πού λέει "ἐρευνᾶτε τίς Γραφές καί σ' αὐτές θά βρεῖτε τήν αἰώνια ζωή " "Ἔπειτα κατευθυνόμενοι πρός μεγαλύτερη κακία ἀπό τήν Ἡρωδιάδα, δηλαδή τήν ἀντίχριστη πίστη τους, τά τοποθετοῦν σάν κατεσφαγμένα σέ πιᾶτο καταργώντας τα διά τῶν δικῶν τους συγγραμμάτων μέ σκοπό τήν χαιρεκακία καί τήν ψυχική βλάβη αὐτῶν πού συμφωνοῦν μέ αὐτούς.

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Ἀπόδειξις ὅτι εἷς ἐστι Θεός, καὶ οὐ πολλοί [Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, σ.7]

Ὅτι μέν ἐστι Θεός, ἱκανῶς ἀποδέδεικται· καὶ ὅτι ἀκατάληπτός ἐστιν ἡ Αὐτοῦ οὐσία· ὅτι δὲ εἷς ἐστὶ καὶ οὐ πολλοί, τοῖς μὲν τῇ θείᾳ πειθομένοις Γραφῇ, οὐκ ἀμφιβάλλεται· φησὶ γὰρ ὁ Κύριος ἐν τῇ τῆς νομοθεσίας ἀρχῇ· Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου ὁ ἐξαγαγὼν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου· οὐκ ἔσονταί σοι Θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ· καὶ πάλιν, ἄκουε Ἰσραήλ· Κύριος ὁ Θεός σου, Κύριος εἷς ἐστι· καὶ διὰ Ἠσαΐου τοῦ Προφήτου· Ἐγὼ γάρ φησί Θεὸς πρῶτος, καὶ ἐγὼ μετὰ ταύτα, καὶ πλὴν Ἐμοῦ οὐκ ἔστι θεός· ἔμπροσθέν μου οὐκ ἐγένετο ἄλλος θεός, καὶ μετ' ἐμὲ οὐκ ἔσται· καὶ πλὴν Ἐμοῦ οὐκ ἔστιν· καὶ ὁ Κύριος δὲ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις, οὕτω φησὶ πρὸς τὸν Πατέρα· αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν· Τοῖς δὲ τῇ θείᾳ μὴ πειθομένοις Γραφῇ, οὕτω διαλεξώμεθα. Τὸ Θεῖον τέλειόν ἐστι καὶ ἀνελλιπές, κατά γε ἀγαθότητα, κατά τε σοφίαν, κατά τε δύναμιν· ἄναρχον, ἀτελεύτητον, ἀΐδιον, ἀπερίγραπτον· καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, κατὰ πάντα τέλειον· εἰ οὖν πολλοὺς ἐροῦμεν θεούς, ἀνάγκη διαφορὰν ἐν τοῖς πολλοῖς θεωρεῖσθαι· εἰ γὰρ οὐδεμία διαφορὰ ἐν αὐτοῖς, εἷς μᾶλλον ἐστὶ καὶ οὐ πολλοί· εἰ δὲ διαφορὰ ἐν αὐτοῖς, ποῦ ἡ τελειότης; εἴτε γὰρ κατὰ ἀγαθότητα, εἴτε κατὰ δύναμιν, εἴτε κατὰ σοφίαν, εἴτε κατὰ χρόνον, εἴτε κατὰ τόπον, ὑστερήσει τοῦ τελείου, οὐκ ἂν εἴη θεός· ἡ δὲ διὰ πάντων ταυτότης, ἕνα μᾶλλον δείκνυσι καὶ οὐ πολλούς· πῶς δὲ καὶ πολλοῖς οὖσι τὸ ἀπερίγραπτον φυλαχθήσεται; ἔνθα γὰρ ἂν εἴη ὁ εἷς, οὐκ ἄν εἴη ὁ ἕτερος. πῶς δὲ ὑπὸ πολλῶν κυβερνηθήσεται ὁ κόσμος, καὶ οὐ διαλυθήσεται, καὶ διαφθαρήσεται, μάχης ἐν τοῖς κυβερνῶσι θεωρουμένης; ἡ γὰρ διαφορά, ἐναντίωσιν εἰσάγει· εἰ δὲ εἴποι τις· ὅτι ἕκαστος μέρους ἄρχει· τί τὸ τάξαν, καὶ τὴν διανομὴν αὐτοῖς ποιησάμενον; ἐκεῖνο γὰρ μᾶλλον ἂν εἴη Θεός· εἷς τοίνυν ἐστὶ Θεός, τέλειος, ἀπερίγραπτος, τοῦ παντὸς ποιητής, συνοχεύς τε, καὶ κυβερνήτης, ὑπερτελὴς καὶ προτέλειος· πρὸς δὲ καὶ φυσικὴ ἀνάγκη, μονάδα εἶναι, δυάδος ἀρχήν.

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ: ΘΕΟΠΑΡΑΔΟΤΗ ΕΝΤΟΛΗ


ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Εξομολόγηση - εξομολόγος - εξομολογούμενος




Η εξομολόγηση είναι θεοπαράδοτη εντολή και αποτελεί ένα των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η εξομολόγηση δεν είναι μία τυπική, από συνήθεια «για το καλό» και λόγω των επικείμενων εορτών, βεβιασμένη και πρόχειρη πράξη από ένα και μόνο καθήκον ή υποχρέωση και προς ψυχολογική εκτόνωση. Η εξομολόγηση θα πρέπει νάναι συνδυασμένη πάντοτε με τη μετάνοια. Μας έλεγε Αγιορείτης Γέροντας: Πολλοί εξομολογούνται, λίγοι μετανοούν! (Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης).

Η μετάνοια είναι μία ελεύθερη, καλλιεργημένη, εσωτερική διεργασία επιμελημένη, συντριβής και λύπης, για την απομάκρυνση από τον Θεό διά της αμαρτίας. Η μετάνοια η αληθινή δεν συνδυάζεται με την αφόρητη θλίψη, την υπερβολική στενοχώρια και τις αδυσώπητες ενοχές. Τότε δεν είναι μάλλον ειλικρινής μετάνοια, αλλά κρυφός εγωισμός, στραπατσάρισμα του «εγώ», θυμός με τον εαυτό μας, που εκδικείται γιατί εκτίθεται και ντροπιάζεται και δεν ανέχεται κάτι τέτοιο. Μετάνοια σημαίνει αλλαγή νου, νοοτροπίας, μεταβολισμός, εγκεντρισμός χρηστοήθειας, μίσος της αμαρτίας. Μετάνοια ακόμη σημαίνει αγάπη της αρετής, καλοκαγαθία, επιθυμία, προθυμία και διάθεση σφοδρή επανασυνδέσεως με τον Χριστό διά της Χάριτος του πανσθενουργού Αγίου Πνεύματος. Η μετάνοια ξεκινά από τα βάθη της καρδιάς, ολοκληρώνεται όμως απαραίτητα στο μυστήριο της θείας και ιεράς εξομολογήσεως.
Ο εξομολογούμενος εξομολογείται ειλικρινά και ταπεινά ενώπιον του εξομολόγου, ως εν προσώπω του Χριστού. Κανένας επιστήμονας, ψυχολόγος ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, θεολόγος δεν μπορεί ν' αντικαταστήσει τον εξομολόγο. Καμία εικόνα, έστω και η πιο θαυματουργή, δεν μπορεί να δώσει αυτό που δίνει το πετραχήλι του εξομολόγου, την άφεση των αμαρτιών. Ο εξομολόγος αναλαμβάνει τον εξομολογούμενο, τον υιοθετεί και τον αναγεννά πνευματικά, γι' αυτό και ονομάζεται πνευματικός πατέρας. Η πνευματική πατρότητα κανονικά είναι ισόβια, ιερή και δυνατή, δυνατότερη και συγγενικού δεσμού. Ο πνευματικός τοκετός είναι οδυνηρός. Ο εξομολόγος με φόβο Θεού «ως λόγον αποδώσων», γνώση, ταπείνωση και αγάπη παρακολουθεί τον αγώνα του εξομολογούμενου και τον χειραγωγεί διακριτικά στην ανοδική πορεία της εν Χριστώ ζωής.

Ο εξομολόγος ιερεύς έχει ειδική ευλογία από τον επίσκοπο για το εξομολογητικό του έργο. Κανονικά όμως το χάρισμα του «δεσμείν και λύειν» αμαρτίες το λαμβάνει με τη χειροτονία του εις πρεσβύτερο. Καθίσταται διάδοχος των αγίων αποστόλων. Έτσι σημασία κύρια και μεγάλη έχει η εγκυρότητα και η κανονικότητα της αποστολικής διαδοχής διά των επισκόπων. Το μυστήριο της εξομολογήσεως όπως και όλα τ' άγια μυστήρια της Εκκλησίας μας τελεσιουργούνται και χαριτώνουν τους πιστούς όχι κατά την αξία, ικανότητα, επιστημοσύνη, λογιοσύνη, ευφράδεια, δραστηριότητα και τέχνη του ιερέως, ακόμη και την αρετή και αγιότητά του, αλλά τη διά της κανονικότητος της ιερωσύνης και του Τελεταρχικού Παναγίου Πνεύματος. Οι τυχόν αμαρτίες του ιερέως δεν εμποδίζουν τη θεία Χάρη των μυστηρίων. Αλλοίμονο αν αμφιβάλλουμε αν κατά την αναξιότητα του ιερέως το ψωμί και το κρασί έγινε σώμα και αίμα Χριστού κατά τη θεία Λειτουργία. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ο ιερεύς δεν θα πρέπει μόνιμα ν' αγωνίζεται για την καθαρότητά του. Έτσι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί εξομολόγοι. Όλοι οι εξομολόγοι την ίδια άφεση δίνουν. Έχουμε όμως το δικαίωμα επιλογής του εξομολόγου. Μπορούμε να προστρέξουμε σε αυτόν που αληθινά μας αναπαύει. Δεν είναι σοβαρή όμως η συνεχής αλλαγή εξομολόγου. Δεν φανερώνει κάτι τέτοιο πνευματική ωριμότητα. Ούτε όμως και οι εξομολόγοι θα πρέπει να στενοχωρούνται παράφορα και να δημιουργούν μάλιστα και προβλήματα όταν αναχωρήσει κάποιο πνευματικό τους τέκνο. Ίσως τούτο σημαίνει πως ήταν νοσηρά συνδεδεμένοι μαζί του, συναισθηματικά, προσωποπαγώς, δεμένοι με το πρόσωπό του και όχι με τον Χριστό και την Εκκλησία, και θεωρούν την αναχώρηση προσβολή, μείωση, ότι δεν υπάρχει καλύτερος ή μία αίσθηση ότι οι άλλοι μας ανήκουν αποκλειστικά και μπορούμε να τους εξουσιάζουμε και να τους φερόμαστε μάλιστα εξαναγκαστικά ως καταπιεσμένους και ανελεύθερους υποτακτικούς.

Είπαμε βέβαια πως ο εξομολόγος είναι πνευματικός πατέρας και ο πνευματικός τοκετός ενέχει οδύνη. Έτσι είναι φυσικό να λυπάται για την αναχώρηση του υιού του. Προτιμότερο όμως είναι να εύχεται για την πνευματική του πρόοδο και τη σύνδεσή του με την Εκκλησία, έστω και παρά την αποσύνδεσή του από τον ίδιο. Να εύχεται και όχι να απεύχεται. Το έργο του εξομολόγου δεν είναι μόνο η απλή ακρόαση των αμαρτιών του εξομολογούμενου και η ανάγνωση στο τέλος της συγχωρητικής ευχής. Ούτε πάλι περιορίζεται μόνο στην ώρα της εξομολογήσεως. Ο εξομολόγος σαν καλός πατέρας φροντίζει συνεχώς το τέκνο του, το ακούει και το παρακολουθεί προσεκτικά, το νουθετεί κατάλληλα, το κατευθύνει ευαγγελικά, τονίζει τα τάλαντά του, δεν του θέτει υπερβολικά βάρη, το κανονίζει μέτρια όταν πρέπει, το οικονομεί όταν απογοητεύεται, βαρύνεται, δυσανασχετεί, αποκάμνει, το θεραπεύει ανάλογα, δεν το αποθαρρύνει ποτέ, συνεχίζοντας τον αγώνα παθοκτονίας και αρετοσυγκομιδής, μορφώνοντας στην ψυχή του την αθάνατη Χριστό. Η αναπτυσσόμενη αυτή πατρική και υιική σχέση εξομολόγου και εξομολογούμενου δημιουργεί μία άνεση, εμπιστοσύνη, σεβασμό, ιερότητα και ανάταση. Ο εξομολογούμενος ανοίγει την καρδιά του στον εξομολόγο και του εκθέτει τα πιο κρύφια, τα πιο δόλια, τα πιο ακάθαρτα, όλα τα μυστικά του, πράξεις απόκρυφες και επιθυμίες βλαβερές, ακόμη και αυτά που δεν θέλει να ομολογήσει στον ίδιο του τον εαυτό και δεν λέει στον πιο στενό συγγενή του και τον καλύτερο φίλο του. Έτσι ο εξομολόγος θα πρέπει απόλυτα να σεβασθεί αυτή την απεριόριστη εμπιστοσύνη του εξομολογούμενου. Η εμπιστοσύνη αυτή επαυξάνεται οπωσδήποτε και από το γεγονός ότι ο εξομολόγος είναι αυστηρά δεσμευμένος, μέχρι θανάτου μάλιστα, από τους θείους και Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας με το απόρρητο της εξομολογήσεως.
Στην ορθόδοξη εξομολογητική δεν υπάρχουν βέβαια γενικές συνταγές, γιατί η πνευματική καθοδήγηση της κάθε μοναδικής ψυχής γίνεται εξατομικευμένα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ανεπανάληπτος, με ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, άλλο χαρακτήρα, διάφορες δυνάμεις και δυνατότητες, όρια, εφέσεις, αντοχές, γνώσεις, ανάγκες και διαθέσεις. Ο εξομολόγος με τη Χάρη του Θεού και τη θεία φώτιση θα πρέπει να διακρίνει όλ' αυτά, ώστε ν' αποφασίσει τί καλύτερα θα πρέπει να χρησιμοποιήσει για να βοηθήσει τον εξομολογούμενο. Άλλοτε χρειάζεται η επιείκεια και άλλοτε η αυστηρότητα. Δεν είναι για όλους πάντοτε τα ίδια. Ούτε ο εξομολόγος θα πρέπει νάναι πάντα αυστηρός, έτσι μόνο για να λέγεται αυστηρός και να εκτιμάται. Ούτε υπερβολικά επιεικής, για να προτιμάται και να λέγεται πνευματικός πατέρας πολλών. Χρειάζεται φόβος Θεού, διάκριση, τιμιότητα, ειλικρίνεια, ταπείνωση, μελέτη, γνώση και προσευχή.

Η «οικονομία» δεν απαιτείται από τον εξομολογούμενο. Ούτε είναι ορθό να γίνει κανόνας από τον εξομολόγο. Η «οικονομία» θα πρέπει να παραμείνει εξαίρεση. Η «οικονομία» επίσης θα πρέπει να είναι πάντα προς καιρόν (Αρχιμ. Γεώργιος Γρηγοριάτης). Όταν εκλείψουν οι λόγοι που την επιβάλλουν ασφαλώς δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται. Για την ίδια αμαρτία μπορούμε να έχουμε πολλούς διαφορετικούς τρόπους προς αντιμετώπισή της. Ο κανόνας δεν είναι πάντοτε απαραίτητος. Ο κανόνας δεν είναι τιμωρία. Είναι παιδαγωγία. Ο κανόνας δεν τίθεται προς ικανοποίηση του προσβληθέντος Θεού και εξιλέωση του αμαρτωλού ενώπιον της Θείας δικαιοσύνης. Αυτή είναι μια καθαρά αιρετική διδασκαλία. Ο κανόνας συνήθως τίθεται στην ανώριμη μετάνοια, προς συναίσθηση και συνειδητοποίηση του μεγέθους της αμαρτίας. Η αμαρτία κατά την ορθόδοξη διδασκαλία δεν είναι τόσο παράβαση του νόμου, όσο έλλειψη αγάπης στο Θεό. Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις, έλεγε ο ιερός Αυγουστίνος. Ο κανόνας τίθεται προς ολοκλήρωση της μετάνοιας του εξομολογούμενου, γι' αυτό, καθώς ορθά λέγει ο π. Αθανάσιος Μετεωρίτης, όπως ο εξομολόγος δεν επιτρέπεται να κοινοποιεί τις αμαρτίες του εξομολογούμενου, έτσι κι ο εξομολογούμενος δεν επιτρέπεται να κοινοποιεί στους άλλους τον κανόνα που του έθεσε ιδιαίτερα ο εξομολόγος, που είναι συνισταμένη πολλών παραμέτρων.
Ο εξομολόγος λειτουργεί ως χορηγός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Κατά την ώρα του μυστηρίου δεν λειτουργεί ως ψυχολόγος και επιστήμονας. Λειτουργεί ως ιερεύς, ως έμπειρος ιατρός, ως φιλόστοργος πατέρας. Ακούγοντας τ' αμαρτήματα του εξομολογούμενου προσεύχεται να τον φωτίσει ο Θεός. να δώσει το καλύτερο φάρμακο προς θεραπεία, να σφυγμομετρήσει τον βαθμό και την ποιότητα της μετανοίας του. Ο εξομολόγος δεν στέκεται απέναντι στον εξομολογούμενο με περιέργεια, καχυποψία, ζήλεια, υπερβολική αυστηρότητα, εξουσιαστικότητα και αλαζονεία, αλλά ούτε και αδιάφορα, επιπόλαια, απρόσεκτα και κουρασμένα. Η ταπείνωση, η αγάπη και η προσοχή του εξομολόγου θα βοηθήσει πολύ τον εξομολογούμενο. Ούτε ο εξομολόγος θα πρέπει να κάνει πολλές, περιττές και αδιάκριτες ερωτήσεις. Ιδιαίτερα θα πρέπει να διακόπτει τις λεπτομερείς περιγραφές διαφόρων αμαρτημάτων και ιδιαίτερα σαρκικών, ακόμη και τις αναφορές ονομάτων, ώστε ν' ασφαλίζεται περισσότερο. Ο εξομολογούμενος πάλι δεν θα πρέπει να φοβάται, να δειλιάζει και να ντρέπεται, αλλά να σέβεται, να εμπιστεύεται, να τιμά και να ευλαβείται τον εξομολόγο. Αυτό το κλίμα πάντως της ιερότητος, αλληλοσεβασμού και εμπιστοσύνης κυρίως θα το καλλιεργήσει, εμπνεύσει και δημιουργήσει ο εξομολόγος. Η αγία μητέρα μας Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το σώμα του Αναστημένου Χριστού, είναι ένα απέραντο θεραπευτήριο, αποθεραπείας των ασθενών αμαρτωλών πιστών, από τα τραύματα, τις πληγές και τις ασθένειες της αμαρτίας, των παθογόνων δαιμόνων και των ιοβόλων δαιμονικών παγίδων και επηρειών των δαιμονοκίνητων παθών.
Η Εκκλησία μας δεν είναι παράρτημα του υπουργείου κοινωνικής προνοίας, ούτε συναγωνίζεται να ξεπεράσει τους διάφορους συλλόγους κοινωνικής ευποιΐας, δίχως διόλου ν' αρνείται το σπουδαίο και αγαθό αυτό έργο και να μη το επιτελεί πλούσια, επαινετά και θαυμάσια, αλλά κυρίως είναι η χορηγός νοήματος της ζωής, λυτρώσεως και σωτηρίας των πιστών «υπέρ ων Χριστός απέθανεν» διά της συμμετοχής τους στα μυστήρια της Εκκλησίας. Το πετραχήλι του Ιερέως είναι πλάνη, όπως έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, που λειαίνει και ισιάζει τους ανθρώπους, είναι θεραπευτικό νυστέρι παθοκτονίας και όχι μιστρί εργασιομανίας ή σύμβολο εξουσίας. Είναι υπηρετική ποδιά διακονίας των ανθρώπων προς θεραπεία και σωτηρία. Ο Θεός χρησιμοποιεί τον ιερέα για τη συγχώρηση του πλάσματός του. Το λέγει χαρακτηριστικά η ευχή: «Ο Θεός συγχωρήσαι σοι δι' εμού του αμαρτωλού πάντα, και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. και ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τω φοβερώ αυτού Βήματι. περί δε των εξαγορευθέντων εγκλημάτων μηδεμίαν φροντίδα έχων, πορεύου εις ειρήνην». Ανεξομολόγητες αμαρτίες θα βαραίνουν τον άνθρωπο και στον μέλλοντα αιώνα. Εξομολογημένες αμαρτίες δεν εξομολογούνται. Είναι σαν να μη πιστεύει κανείς στην χάρη του μυστηρίου. Ο Θεός τα γνωρίζει, αλλά θα πρέπει προς άφεση, ταπείνωση και ίαση να εξαγορευθούν. Η ενίοτε επιτίμηση αμαρτιών δεν αναιρεί την αγάπη της Εκκλησίας, αλλά αποτελεί παιδαγωγική επίσκεψη προς καλύτερη συναίσθηση των πταισμάτων. Κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη «η εξομολόγησις είναι μία θεληματική διά στόματος φανέρωσις των πονηρών έργων και λόγων και λογισμών, κατανυκτική, κατηγορητική, ευθεία, χωρίς εντροπήν, αποφασιστική, προς νόμιμον πνευματικόν γινομένη». Ο θεοφόρος όσιος ευσύνοπτα, μεστά και σημαντικά αναφέρει πως η εξομολόγηση πρέπει να γίνεται θεληματικά, ελεύθερα, αβίαστα, ανεξανάγκαστα, δίχως ο εξομολόγος ν' άγχεται να εκμαιεύσει την ομολογία του εξομολογούμενου. Με κατάνυξη, συναίσθηση δηλαδή της λύπης που προκάλεσε ειλικρινά με την αμαρτία στον Θεό. Όχι συναισθηματικά, υποκριτικά, λιπόψυχα δάκρυα. Κατάνυξη γνήσια που σημαίνει συντριβή, μεταμέλεια, μίσος της αμαρτίας, αγάπη της αρετής, επίγνωση ευγνωμοσύνης στον Δωρεοδότη Θεό. Κατηγορητική σημαίνει υπεύθυνη εξομολόγηση, δίχως δικαιολογίες, υπεκφυγές, στρεψοδικίες, ανευθυνότητες και μεταθέσεις, με ειλικρινή αυτομεμψία και γνήσια αυτοεξουθένωση, που φέρει τη χαρμολύπη και το χαροποιό πένθος της Εκκλησίας. Ευθεία σημαίνει εξομολόγηση με κάθε ειλικρίνεια, ευθύτητα και ακρίβεια, ανδρεία
και θάρρος, αυστηρότητα και γενναιότητα. Συμβαίνει ακόμη και την ώρα αυτή ο άνθρωπος να μη παραδέχεται την ήττα του, την πτώση και την αδυναμία του και με ωραιολογίες και μακρυλογίες να μεταθέτει τα ποσοστά ευθύνης του, με περιστροφές και μισόλογα, κατηγορώντας και τους άλλους, προκειμένου να φυλάξει ακόμη και τώρα ατσαλάκωτο το εγώ του. Χωρίς εντροπή εξομολόγηση σημαίνει παρουσίαση του πραγματικού οικτρού εαυτού μας. Η ντροπή είναι καλή προ της αμαρτίας και όχι μετά και μπροστά στον εξομολόγο. Η προ του εξομολόγου ντροπή λέγουν θα μας ελευθερώσει από τη ντροπή στην έσχατη κρίση, αφού ό,τι συγχωρήσει ο εξομολόγος δεν θα ξανακριθεί. Αποφασιστική εξομολόγηση σημαίνει να είναι καθαρή, συγκεκριμένη, ειλικρινής και με την απόφαση να μη επαναλάβει τα εξομολογηθέντα αμαρτήματα ο πιστός. Ακόμη η εξομολόγηση θα πρέπει να είναι συνεχής, ώστε τα φιλεπίστροφα, κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος, πάθη να μη ισχυροποιούνται, αλλά αντίθετα σύντομα να θεραπεύονται. Έτσι δεν λησμονούνται οι αμαρτίες, υπάρχει τακτικός έλεγχος, αυτοπαρατήρηση, αυτοέλεγχος, αυτογνωσία και αυτομεμψία, δεν εγκαταλείπει η Θεία Χάρη και οι δαιμονικές παγίδες συντρίβονται ευκολότερα και η μνήμη του θανάτου δεν είναι φοβερή και τρομακτική. Συμβαίνει συχνά-πυκνά και τ' ομολογούμε με πολύ πόνο και περισσή αγάπη το κήρυγμα να μην είναι τόσο ορθόδοξο. Δηλαδή να εξαντλείται σ' ένα ακόμη σχολιασμό της φθηνής επικαιρότητος και να μετατρέπεται κατά κάποιο τρόπο ο ιερός άμβωνας σε τηλεοπτικό «παράθυρο», όπου λέμε και εμείς τη γνώμη μας για τα τρέχοντα και συμβαίνοντα. Όμως τ' ορθόδοξο κήρυγμα κυρίως είναι εκκλησιολογικό, χριστολογικό, σωτηριολογικό, αγιολογικό και ψυχωφελές. Το κήρυγμα της μετανοίας από των Προφητών, του Τιμίου Προδρόμου, του Σωτήρος Χριστού και πάντων των αγίων παραμένει λίαν επίκαιρο και αναγκαίο. Βασική προϋπόθεση της μετοχής στ' άγια μυστήρια και της ανοδικής πνευματικής πορείας είναι η καθαρότητα της καρδιάς. Καθαρότητα από την ποικίλη αμαρτία, το πνεύμα της απληστίας και της ευδαιμονίας της σύγχρονης υπερκαταναλωτικής κοινωνίας,
το πνεύμα της αντίθεης υπερηφάνειας ενός κόσμου ναρκισσευόμενου, ατομικιστικού, αταπείνωτου, αφιλάνθρωπου, υπερφίαλου και παράδοξου, το δαιμονικό πνεύμα των πονηρών λογισμών, των φαντασιών και φαντασιώσεων, των καχυποψιών και ζηλοφθονιών, των ακάθαρτων και σκοτεινών. Κατάντησε δυσεύρετο κόσμημα η καθαρότητα της καρδιάς, στις αδελφικές σχέσεις, τις συζυγίες, τις συναδελφικές υποχρεώσεις, τις φιλίες, τις συζητήσεις, τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις ιερατικές κλήσεις. Τα λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ξέπεσαν σε ρυπογόνες εστίες. Λησμονήθηκε η νηπτική εγρήγορση, η ασκητική νηφαλιότητα, η παραδοσιακή ολιγάρκεια, απλότητα και λεβεντιά. Έτσι μολύνεται το λογιστικό της ψυχής, διεγείρεται στην απληστία το επιθυμητικό και αμβλύνεται σοβαρά το βουλητικό, ώστε αδύναμος ο άνθρωπος να παρασύρεται στο κακό δίχως φραγμό και όρια.
Επικρατεί η αυτοδικαίωση, η δικαιολόγηση των παθών, η ωραιοποίηση της αμαρτίας, η κατοχύρωσή της διά νέων ψυχολογικών ερεισμάτων. Θεωρείται μείωση, αδυναμία και λάθος η παραδοχή του λάθους, η ανάληψη της ευθύνης και η ταπεινή αποδοχή του σφάλματος. Η συνεχής δικαιολόγηση του εαυτού μας και η επιμελημένη μετάθεση ευθυνών δημιουργούν ένα άνθρωπο συγχυσμένο, διχασμένο, ταραγμένο, ταλαιπωρημένο, δυστυχισμένο και εγωπαθή, εμπαιζόμενο από τον δαίμονα, αιχμαλωτιζόμενο από αυτόν στ' άφωτα δίχτυα του. Κυριαρχεί ένας ανόητος ορθολογισμός, ο οποίος επιλέγει ευαγγελικές αρετές και συνοδικούς κανόνες, κατά την αρέσκεια, προτίμηση και ευκολία, σε σοβαρά θέματα νηστειών, εγκράτειας, τεκνογονίας, ήθους, σεμνότητος, αιδούς, τιμιότητος και ακριβείας. Κατόπιν όλων τούτων, τα οποία δεν νομίζω ότι υπερβάλλουμε, θεωρούμε ότι οι εξομολόγοι δεν έχουν εύκολο έργο. Δεν αρκεί πλέον η χειραγωγία στη μετάνοια και η καλλιέργεια της ταπεινώσεως, αλλά χρειάζεται το ποίμνιο κατήχηση, επαναευαγγελισμό, κατάρτιση, μεταβολισμό πνευματικό προς απόκτηση ισχυρών αντισωμάτων. Απαραίτητη η αντίσταση, αντίδραση και αντιμετώπιση του σφοδρού ρεύματος της αποϊεροποιήσεως, της εκκοσμικεύσεως, του αποηρωισμού, του ευδαιμονισμού, του πλουτισμού και κορεσμού. Ιδιαιτέρως προσοχής, διδαχής και αγάπης έχουν ανάγκη οι νέοι, που η αγωγή δεν τους βοηθά να συνειδητοποιήσουν το νόημα και το σκοπό της ζωής, το κενό, το άκοσμο, το άνομο, το άφωτο της αμαρτίας.
Σοβαρό πρόβλημα αποτελεί ακόμη και για τους χριστιανούς μας η αγχώδης συχνά αναζήτηση μιας άκοπης, άμοχθης και άλυπης ζωής. Αναζητούμε Κυρηναίους. Δεν αποδεχόμεθα την άρση του προσωπικού μας σταυρού. Δεν γνωρίζουμε το βάθος και το εύρος του σταυρού. Προσκυνούμε τον σταυρό στην εκκλησία, κάνουμε τον σταυρό μας, αλλά δεν ασπαζόμαστε τον προσωπικό μας σταυρό. Τελικά θέλουμε ένα ασταύρωτο Χριστιανισμό. Δεν υπάρχει όμως Πάσχα δίχως Μεγάλη Παρασκευή.
Τιμάμε τους μάρτυρες και τους οσίους, αλλά δεν θέλουμε εμείς καμιά κακοπάθεια, καμιά καθυστέρηση, καμιά δυσκολία. Δυσκολευόμαστε στη νηστεία, δυσανασχετούμε στην ασθένεια, δεν ανεχόμαστε πικρό λόγο, ακόμη και όταν φταίμε, οπότε πώς να υπομένουμε αδικία, συκοφαντία, κατατρεγμό και εξορία, όπως οι άγιοί μας; Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο πως το σύγχρονο κοσμικό πνεύμα της ευκολίας, της ανέσεως και του υπερκαταναλωτισμού έχει επηρεάσει ισχυρά το μέτρο της πνευματικής ζωής. Θέλουμε γενικά ένα αντιασκητικό Χριστιανισμό. Η Ορθοδοξία όμως βάση έχει το ασκητικό Ευαγγέλιο. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας είναι η νοσηρή και υπερβολική εμπιστοσύνη του ανθρώπου στη λογική, τη διάνοια, τη γνώση και την κρίση του. Πρόκειται για τον παχυλό και κουραστικό εν τέλει ορθολογισμό. Η νηπτική ορθόδοξη θεολογία μας διδάσκει το νου να τον έχουμε εργαλείο και να τον κατεβάσουμε στην καρδιά. Η Εκκλησία μας δεν καλλιεργεί και παράγει διανοούμενους. Για μας ο ορθολογισμός δεν είναι φιλοσοφική νοοτροπία, αλλά μία καθαρά αμαρτητική βιοθεωρία, μία μορφή αθεΐας, αφού αντιβαίνει στην εντολή της πίστεως, της ελπίδος, της αγάπης και της εμπιστοσύνης στον Θεό. Ο ορθολογιστής κρίνει τα πάντα με την κρισάρα του μυαλού, μόνο με τον πεπερασμένο νου του, κέντρο είναι ο εαυτός του και το κυρίαρχο εγώ του και δεν εμπιστεύεται τη θεία Πρόνοια, τη θεία Χάρη και θεία Βοήθεια στη ζωή του. Θεωρώντας συχνά τον εαυτό του αλάνθαστο ο ορθολογιστής δεν επιτρέπει στον Θεό να επέμβει στη ζωή του και να τον κρίνει. Έτσι δεν θεωρεί ότι έχει ανάγκη εξομολογήσεως. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος όμως λέγει πως το να νομίζει κάποιος πως δεν έπεσε σε αμαρτήματα, αυτό είναι η πιο μεγάλη πτώση και πλάνη και το πιο μεγάλο αμάρτημα. Παρασυρμένοι ορισμένοι νεώτεροι θεολόγοι μιλούν γι' αστοχία και όχι για αμαρτία, θέλοντας ν' αμβλύνουν τη φυσική διαμαρτυρία της συνειδήσεως. Η αυτάρκεια ορισμένων εκκλησιαζομένων και νηστευόντων χριστιανών κρύβει ενίοτε ένα λανθάνοντα φαρισαϊσμό, ότι δεν είναι όπως οι λοιποί των ανθρώπων και ως εκ τούτου δεν χρήζουν εξομολογήσεως. Κατά τους αγίους πατέρες της Εκκλησίας μας το μεγαλύτερο κακό είναι η υπερηφάνεια, η μητέρα όλων των παθών κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος. Πρόκειται για πολύτεκνη μητέρα με πρώτες θυγατέρες την κενοδοξία και την αυτοδικαίωση. Η υπερηφάνεια είναι μία μορφή άρνησης Θεού, είναι εφεύρεση των πονηρών δαιμόνων, αποτέλεσμα πολλών κολακειών και επαίνων, που επιφέρει την εξουδένωση και εξουθένωση των ανθρώπων, τη θεομίσητη κατάκριση, τον θυμό, την οργή, την υποκρισία, την ασπλαχνία, τη μισανθρωπία, τη βλασφημία. Η υπερηφάνεια είναι ένα πάθος φοβερό, δύσκολο, δυνατό και δυσθεράπευτο. Η
υπερηφάνεια επίσης είναι πολυδύναμη και πολυπρόσωπη. Εκδηλώνεται ως ματαιοδοξία, μεγαλαυχία, οίηση, αλαζονεία, υπεροψία, φυσίωση, τύφωση, καύχηση, ιταμότητα, έπαρση, μεγαλομανία, φιλοδοξία, φιλαυτία, φιλαρέσκεια, φιλοχρηματία, φιλοσαρκία, φιλαρχία, φιλοκατηγορία και φιλονικία. Ακόμη ως αυταρέσκεια, προσωποληψία, αυθάδεια, αναίδεια, παρρησία, αναλγησία, αντιλογία, ισχυρογνωμοσύνη, ανυπακοή, ειρωνεία, πείσμα, περιφρόνηση, προσβολή, τελειομανία και υπερευαισθησία. Η υπερηφάνεια τελικά οδηγεί στην αμετανοησία. Όργανο της υπερηφάνειας συχνά γίνεται η γλώσσα. Με την αργολογία, τη φλυαρία, την πολυλογία, το κουτσομπολιό, τη μωρολογία, τη ματαιολογία, την ανειλικρίνεια, την αδιακρισία, τη διγλωσσία, τη διπλωματία, την ευτραπελία, την προσποίηση και τον εμπαιγμό.
Από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα προέρχονται πολλά άλλα πάθη. Αφού αναφέραμε τα της υπερηφάνειας, ερχόμαστε στη φιλαργυρία, που γεννά τη φιλοχρηματία, την πλεονεξία, την απληστία, την τσιγγουνιά, την ανελεημοσύνη, τη σκληροκαρδία, την απάτη, την τοκογλυφία, την αδικία, τη δολιότητα, τη δωροληψία, τον τζόγο. Η πορνεία έχει μύριες εκφάνσεις όπως ο φθόνος με τις ύπουλες και πονηρές κακίες του, η αχόρταγη γαστριμαργία, ο θυμός και η ύποπτη ακηδία και αμέλεια. Ιδιαιτέρως προσοχής χρήζουν πολλά ανορθόδοξα στοιχεία στην οικογενειακή ζωή και φρονούμε πως θα πρέπει να θεαθούν προσεκτικά από εξομολόγους και εξομολογουμένους. Η αποφυγή της τεκνογονίας, η ειδωλοποίηση των τέκνων, θεωρούμενα προέκταση του εγώ των γονέων, υπερπροστατευόμενα, παρακολουθούμενα συνεχώς και εξουσιαζόμενα βάναυσα. Ο γάμος είναι στίβος ταπεινώσεως, αλληλοπεριχωρήσεως και αλληλοσεβασμού και όχι παράλληλη όδευση δύο εγωισμών, παρά την ισόβια σύζευξη και συνύπαρξη. Χορεύει ο δαίμονας όταν δεν υπάρχει συγχώρεση στις ανθρώπινες αδυναμίες και τα καθημερινά σφάλματα. Οι γονείς θα βοηθήσουν σημαντικά τα παιδιά τους όχι με την πλούσια ευγένεια έξω από το σπίτι αλλά με το ειρηνικό, νηφάλιο και αγαπητικό παράδειγμα καθημερινά μέσα στο σπίτι τους. Η συμμετοχή των παιδιών μαζί με τους γονείς τους στο μυστήριο της εξομολογήσεως θα τους ενδυναμώσει με τη θεία Χάρη και θα τους στερεώσει στη βιωματική εμπειρία με τον Χριστό. Ζητώντας οι σύζυγοι ειλικρινά συγγνώμην διδάσκουν τα παιδιά τους την ταπείνωση, που καίει τις δαιμονικές πλεκτάνες. Σ' ένα σπιτικό που ανθεί η αγάπη, η ομόνοια, η κατανόηση, η ταπείνωση και ειρήνη υπάρχει πλούσια η ευλογία του Θεού και γίνεται κάστρο απόρθητο στην κακία του κόσμου. Η με τη συγχωρητικότητα αγωγή των παιδιών δημιουργεί μία υγιά οικογενειακή εστία που τα εμπνέει και τα ενισχύει για το μέλλον τους.
Ένα άλλο μεγάλο θέμα, που αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για τη μετάνοια και την εξομολόγηση είναι η αυτοδικαίωση, που μαστίζει και πολλούς ανθρώπους της Εκκλησίας. Βάση της έχει, όπως είπαμε, τη δαιμονική υπερηφάνεια. Κλασικό παράδειγμα ο Φαρισαίος της παραβολής του Ευαγγελίου. Ο αυτοδικαιούμενος άνθρωπος έχει φαινομενικά καλά, για τα οποία υπεραίρεται και θέλει να τιμάται και επαινείται. Χαίρεται να τον κολακεύουν, να εξουθενώνει και ταπεινώνει τους άλλους. Αυτοεκτιμάται υπερβολικά, αυτοδικαιώνεται παράφορα και θεωρεί τον Θεό αναγκαστικά υποχρεωμένο να τον ανταμείψει. Πρόκειται τελικά για ταλαίπωρο άνθρωπο, όπου ταλαιπωρούμενος ταλαιπωρεί και τους άλλους. Διακατέχεται από νευρικότητα, ταραχή, απαιτητικότητα, που τον αυτοφυλακίζει και δεν τον αφήνει ν' ανοίξει τη θύρα του θείου ελέους, διά της μετανοίας. Γέννημα της υπερηφάνειας είναι και η κατάκριση, που δυστυχώς αποτελεί συνήθεια και πολλών χριστιανών, που ασχολούνται περισσότερο με τους άλλους παρά με τον εαυτό τους. Φαινόμενο της εποχής μας και της κοινωνίας που ωθεί τον κόσμο στη συνεχή ετεροπαρατήρηση και όχι την αυτοπαρατήρηση. Οι μύριες ασχολίες και δραστηριότητες του σύγχρονου ανθρώπου δεν τον θέλουν να μείνει ποτέ μόνο προς μελέτη, περίσκεψη, προσευχή, αυτογνωσία, αυτομεμψία, αυτοέλεγχο και μνήμη θανάτου. Τα λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ασταμάτητα ασχολούνται σκανδαλοθηρικά, επίμονα και μακρόσυρτα με τα πάθη, τις αμαρτίες, τα παραπτώματα των άλλων. Όλ' αυτά προκαλούν, εντυπωσιάζουν και αν δεν σκανδαλίζουν πάντως φορτώνουν την ψυχή και το νου με τα βρωμερά και άσχημα και μάλιστα καθησυχάζουν, αφού εμείς είμαστε καλύτεροι. Έτσι ο άνθρωπος συνηθίζει στη μετριότητα, χλιαρότητα και εφημερότητα της φθηνής καθημερινότητος, μη συγκρινόμενος με τους αγίους και τους ήρωες.
Έτσι η κατάκριση κυριαρχεί στις μέρες μας, θεωρώντας ο άνθρωπος ότι ενεργεί δίκαιη κάθαρση, σπιλώνοντας άλλους και μολύνοντας τον εαυτό του, δημιουργώντας κακίες, μίση, έχθρες, μνησικακίες, ζηλοφθονίες και ψυχρότητες. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μάλιστα αναφέρει πως εκείνος που περιεργάζεται συνεχώς τις αμαρτίες των άλλων ή κρίνει τον αδελφό του από υποψία και μόνο, αυτός δεν έκανε ακόμη αρχή μετανοίας, ούτε άρχισε την έρευνα για να γνωρίσει τις αμαρτίες του. Λέγονται πολλά και διάφορα ένα τελικά είναι το καίριο, σημαντικό και εξέχον η σωτηρία μας, για την οποία δεν πολυνοιαζόμαστε παντοτεινά. Η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται παρά μόνο με ειλικρινή μετάνοια και καθαρή εξομολόγηση. Η μετάνοια δεν ανοίγει μόνο τον ουράνιο παράδεισο, αλλά και τον επίγειο με την πρόγευση, έστω εν μέρει, της ανεκλάλητης χαράς της ατελεύτητης βασιλείας των ουρανών και της υπέροχης ειρήνης από τώρα. Οι εξομολογημένοι άνθρωποι μπορούν νάναι οι αληθινά γνήσια χαρούμενοι, οι ειρηνικοί και ειρηνοφόροι, οι κήρυκες της μετανοίας, της αναστάσεως, της μεταμορφώσεως, της ελευθερίας, της χάριτος, της ευλογίας του Θεού στις ψυχές τους και τη ζωή τους. Η πλούσια χάρη του Θεού κάνει τον λύκο πρόβατο, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Καμιά αμαρτία δεν υπερβαίνει την αγάπη του Θεού. Κανείς αμαρτωλός αν θέλει δεν αδυνατεί ν' αγιάσει. Μας το αποδεικνύουν οι πολλοί μετανοημένοι άγιοι του Συναξαριστή.
Ο εξομολόγος εξομολογεί και συγχωρεί τους εξομολογούμενους με τ' άγιο πετραχήλι του. Δεν μπορεί όμως να αυτοεξομολογηθεί και να θέσει ο ίδιος το πετραχήλι του στο κεφάλι του για να συγχωρηθεί. Πρέπει απαραίτητα να σκύψει σε άλλο οπωσδήποτε πετραχήλι. Έτσι λειτουργεί ο πνευματικός νόμος, έτσι τα έθεσε η πανσοφία και η φιλευσπλαγχνία του Θεού. Δεν μπορεί να εξομολογούμε και να μη εξομολογούμεθα. Να διδάσκουμε και να μη πράττουμε. Να μιλάμε για μετάνοια και να μη μετανοούμε οι ίδιοι. Να μιλάμε για εξομολόγηση και να μη εξομολογούμεθα τακτικά. Ουδείς αυτοκαθαίρεται και ουδείς αυτοσυγχωρείται ποτέ. Οι ασύμβουλοι, οι ανυπάκουοι, οι ανεξομολόγητοι αποτελούν σοβαρό πρόβλημα της Εκκλησίας μας.
Αδελφοί μου αγαπητοί, το πετραχήλι του πνευματικού δύναται να γίνει θαυματουργό νυστέρι αφαιρέσεως κακοήθων όγκων, ν' αναστήσει νεκρούς, ν' ανανεώσει και μεταμορφώσει τον άκοσμο κόσμο, να χαροποιήσει γη και ουρανό. Η Εκκλησία μας εμπιστεύθηκε το μέγα λειτούργημα, το ιερό υπούργημα, στους ιερείς μας και όχι στους αγγέλους, για να τους πλησιάζουμε άνετα και άφοβα ως ομοιοπαθείς και ομόσαρκους. Όλα τα παραπάνω, ειλικρινά και διόλου ταπεινόσχημα, ειπώθηκαν από ένα συναμαρτωλό, που δεν θέλησε να κάνει τον δάσκαλο, αλλά τον συναγωνιζόμενο συμμαθητή σας. Θέλησε από αγάπη να σας θυμίσει με απλά και άτεχνα λόγια τη ζώσα παράδοση της αγίας μητέρας μας Εκκλησίας επί του πάντοτε επίκαιρου θέματος της θεοΰφαντης και θεομακάριστης μετάνοιας και της θεοπαράδοτης και
θεαγάπητης ιεράς Εξομολογήσεως.

ΠΗΓΗ: «ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ»
ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

ΧΡΗΣΙΜΑ Νηστεία Κάθε πότε νηστεύουμε;

Α. Κάθε πότε νηστεύουμε;
1. Την Τετάρτη και την Παρασκευή
2. Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, δηλ. από την Καθαρά Δευτέρα έως το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου (Σημ.: Και η ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου είναι ημέρα αυστηρής νηστείας, ακόμη και εάν το πρωί κοινωνήσαμε των Αχράντων Μυστηρίων. Μάλιστα είναι το μοναδικό Σάββατο όλου του χρόνου κατά το οποίο δεν καταλύουμε ούτε λάδι)
3. Τη Σαρακοστή των Χριστουγέννων, δηλ. από τις 15 Νοεμβρίου έως και την 24η Δεκεμβρίου
4. Το Δεκαπενταύγουστο, δηλ. από την 1η έως και την 14η Αυγούστου
5. Την περίοδο της νηστείας των Αγίων Αποστόλων, δηλ. από τη Δευτέρα μετά των Αγίων Πάντων έως και την εορτή των Αγίων Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου)
6. Την παραμονή των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου)
7. Την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου)
8. Την ημέρα της αποτομής της τιμίας κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (29 Αυγούστου)

Β. Κάθε πότε καταλύουμε την Τετάρτη και την Παρασκευή
1. Το Αγιο Δωδεκαήμερο, δηλ. από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Θεοφάνεια (με εξαίρεση, όπως προαναφέραμε, την παραμονή των Θεοφανείων)
2. Τη Διακαινήσιμη εβδομάδα, δηλ. από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι την Κυριακή του Θωμά
3. Την εβδομάδα από την Κυριακή της Πεντηκοστής μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων
4. Την πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, δηλ. από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου έως την Κυριακή του Ασώτου. Επίσης την εβδομάδα από την Κυριακή των Απόκρεω έως την Κυριακή της Τυρινής καταλύουμε τα πάντα εκτός από το κρέας
5. Τις Δεσποτικές εορτές, δηλ. αυτές πού αναφέρονται στο πρόσωπο του Κυρίου μας.

Γ. Κάθε πότε έχομε κατάλυση ιχθύος;
1. Τις Θεομητορικές εορτές, δηλ. του Ευαγγελισμού (25 Μαρτίου), της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου (15 Αυγούστου), του Γενεσίου της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου), των Εισοδείων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου)
2. Την εορτή της Υπαπαντής (2 Φεβρουαρίου)
3. Την εορτή της Συνάξεως (7 Ιανουαρίου) και του Γενεθλίου (24 Ιουνίου) του Τιμίου Προδρόμου
4. Την εορτή των Αγίων Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου)
5. Την ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (6 Αυγούστου)
6. Την εορτή του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου)
7. Την Κυριακή των Βαΐων
8. Την Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής
9. Την Τετάρτη της Αποδόσεως του Πάσχα.

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ


Με τήν έπαρσιν της δεξιάς χειρός στο μέτωπο πρώτον σημειώνομεν, ότι ο Θεός ήτο εις τούς ουρανούς, ως προάναρχος Λόγος του Πατρός μετά του Ζωοποιού Πνεύματος συνδοξαζόμενος• καί με τήν κατάβασιν της χειρός στην κοιλίαν σημειώνομεν, ότι δια τήν σωτηρίαν ημών κατήλθεν εκ των ουρανών, καί εσαρκώθη στην κοιλίαν της Παρθένου καί έγινε άνθρωπος.

Μετά δε τήν ανάβασιν της χειρός στον δεξιό ώμο, καί μετάβασιν στον αριστερό, σημαδεύομεν, ότι εσταυρώθη καί πέθανε δια τάς αμαρτίας ημών είτα καταβιβάζοντες τήν χείρα στην γην κάτω, σημαίνομεν, ότι ετάφη καί καταβάς στον Άδη ελύτρωσε τούς απ` αιώνος δικαίους• καί αύθις με τήν ανάβασιν της χειρός σημαίνομεν τήν ανάστασιν καί τήν εις ουρανούς ανάληψιν.

Με τήν κατάβασιν πάλι της χειρός στην κοιλίαν δηλούμεν, ότι μέλλει πάλιν άρχεσθαι στην γην κρίνοι ζώντας καί νεκρούς• καί με τήν ανάβασιν στον δεξιό ώμο, καί αριστερό, δηλούμεν, ότι έχει να στήση τούς μεν δικαίους εκ δεξιών αυτού, τούς δε αμαρτωλούς εξ αριστερών καί δεόμεθα να αξιωθώμεν της εκ δεξιών αυτού παραστάσεως. Αυτό φανερώνει ο Σταυρός.

Όταν γίνεται με ευλάβεια, καί βάνομεν τήν χείρα κάτω στο έδαφος, καί σφραγίζομεν τόν εαυτόν μας με τό σημείον του Τιμίου Σταυρού, καί σημαδεύομεν όλο τό μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού διότι με τήν ένωσιν των τριών δακτύλων σημειώνομεν τήν Τρισυπόστατον Θεότητα, καί τό αδιαίρετον των τριών προσώπων, καί ότι ο Υιός σαρκωθείς, ουκ απέστη του Πατρικού κόλπου, κάν τοις βροτοις ωμίλησε.

Απόσπασμα εκ του βιβλίου

ΟΙ ΑΔΑΜΑΝΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Εκδόσεις Κων/νου Δουκάκη - Αθήναι 1885