Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

ΤΟ ΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

«Τῶ Αγίω καὶ Μεγάλω Σαββάτω,
τὴν θεόσωμον Ταφήν, καὶ τὴν εἰς Ἄδου Κάθοδον
τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν
δι' ὧν τῆς φθορᾶς τὸ ἡμέτερον γένος ἀνακληθέν,
πρὸς αἰωνίαν ζωὴν μεταβέβηκε».




Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής, αφότου εξέπνευσε ο Κύριος επί του σταυρού, έπρεπε να ταφεί και μάλιστα βιαστικά, διότι όπως μας πληροφορεί ο ιερός Ευαγγελιστής οι Ιουδαίοι «ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ, ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνου τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν» (Ιωάν.19: 31). Οι στρατιώτες με χονδρές σιδερένιες βέργες τσάκισαν τα κόκαλα των δύο συσταυρωμένων ληστών, για να επιταχύνουν το θάνατό τους, διότι ακόμη δεν είχαν εκπνεύσει.

«ἐπὶ δὲ τὸν Ἰησοῦν ἐλθόντες ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη, ἀλλ' εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ» (Ιωάν.19:33). Αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος του Κυρίου υπήρξε πραγματικός.

Κοντά στο σταυρό του Κυρίου είχαν απομείνει μόνο η Θεοτόκος και οι μαθήτριές Του, οι οποίες συνέπασχαν με Αυτόν, έκλαιγαν και πενθούσαν το άδικο πάθος και το θάνατό Του. Αντίθετα οι ένδεκα μαθητές είχαν κρυφτεί για το φόβο των Ιουδαίων (Ιωάν.20:19). Όμως ήταν αδύνατο σ’ αυτές να αναλάβουν το δύσκολο έργο της αποκαθηλώσεως και της ταφής του Χριστού. Το πιο ανυπέρβλητο εμπόδιο ήταν η αίτηση στον Πιλάτο να τους δοθεί η άδεια της ταφής.

Το έργο αυτό ανάλαβαν οι ευσεβείς άρχοντες Ιωσήφ και Νικόδημος. «ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ.15: 43-46).

Τότε μαζεύτηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι στον Πιλάτο και τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Χριστού μέχρι την Τρίτη ημέρα, διότι, όπως έλεγαν, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές του κλέψουν την νύχτα το σώμα του Ιησού και κηρύξουν κατόπιν στο λαό ότι αναστήθηκε, όπως προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμα ζούσε. Και τότε η πλάνη αυτή θα είναι χειρότερη από την πρώτη».

Ο Πιλάτος, αφού τους άκουσε, έδωσε την άδεια και πήγαν και ασφράγισαν τον τάφο. Για ασφάλεια, τοποθέτησαν και μια φρουρά από στρατιώτες και αποχώρησαν.

Μεγάλη Παρασκευη

Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Παρασκευή,
τὰ ἅγια καὶ σωτήρια καὶ φρικτὰ Πάθη
τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν,
τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ῥαπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τὰς ὕβρεις,
τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρᾶν χλαίναν, τὸν κάλαμον,
τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἤλους, τὴν λόγχην,
καὶ πρὸ πάντων, τὸν σταυρόν, καὶ τὸν θάνατον, ἃ δι' ἡμᾶς ἑκὼν κατεδέξατο,
ἔτι δὲ καὶ τὴν τοῦ εὐγνώμονος Ληστοῦ, τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ,
σωτήριον ἐν τῷ Σταυρῶ ὁμολογίαν».



Την ημέρα αυτή τελούμε την ανάμνηση των φρικτών και σωτήριων Παθών του Κυρίου Ιησού Χριστού και απ’ αυτό το γεγονός καθιερώθηκε και η νηστεία της Παρασκευής.

Αφού λοιπόν ο Ιησούς παραδόθηκε στους στρατιώτες, τον γυμνώνουν, του φορούν κόκκινη χλαμύδα, του βάζουν ακάνθινο στεφάνι και καλάμι στο χέρι αντί σκήπτρου. Κατόπιν τον προσκυνούν χλευαστικά, τον φτύνουν και τον χτυπούν στο πρόσωπο και το κεφάλι.

Στη συνέχεια, αφού του φόρεσαν και πάλι τα ρούχα του, του δίνουν τον Σταυρό και έρχεται στον τόπο της καταδίκης, τον Γολγοθά. Εκεί, σταυρώνεται ανάμεσα σε δύο ληστές, βλασφημείται απ’ όσους περνούν μπροστά του και οι στρατιώτες τον ποτίζουν χολή και ξύδι.

Μετά από λίγο, ο Κύριος, φώναξε δυνατά: «Τετέλεσται» και έτσι εκπνέει «ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» . Κατά τον θάνατο του κυρίου, τρέμει από φόβο και αυτή η άψυχη κτίση. Έπειτα λογχίζεται από τους στρατιώτες στην πλευρά του και τρέχει αίμα και νερό.
Τέλος, κατά το ηλιοβασίλεμα, έρχεται ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και ο Νικόδημος μαζί του, κρυφοί μαθητές του Χριστού, αποκαθηλώνουν από τον Σταυρό το πανάγιο σώμα του διδασκάλου τους, το αρωματίζουν, το τυλίγουν σε καθαρό σεντόνι και το θάβουν σε καινούργιο μνημείο, κυλώντας πάνω στο στόμιό του μεγάλη πέτρα.


«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τὴν γὴν κρεμάσας. Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται, ὁ τῶν Ἀγγέλων Βασιλεύς. Ψευδὴ πορφύραν περιβάλλεται, ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανὸν ἓν νεφέλαις. Ῥάπισμα κατεδέξατο, ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ. Ἦλοις προσηλώθη, ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Λόγχη ἐκεντήθη, ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου. Προσκυνούμέν σου τὰ Πάθη Χριστέ. Δεῖξον ἡμῖν, καὶ τὴν ἔνδοξόν σου Ἀνάστασιν»

«Σήμερα κρεμάται πάνω στο ξύλο (του Σταυρού) Εκείνος που πάνω στα νερά κρέμασε τη γη. Στεφάνι από αγκάθια φοράει στο κεφάλι ο Βασιλιάς των Αγγέλων, Ντύνεται με ψεύτικη βασιλική χλαμύδα, Αυτός που ντύνει με σύννεφα τον ουρανό, Δέχτηκε ράπισμα Εκείνος που (με το βάπτισμά Του) στον Ιορδάνη ελευθέρωσε τον Αδάμ (το ανθρώπινο γένος). Με καρφιά καρφώθηκε ο Νυμφίος της Εκκλησίας. Με λόγχη τρυπήθηκε ο υιός της Παρθένου. Προσκυνούμε τα Πάθη Σου, Χριστέ. Δείξε μας και την ένδοξη Ανάστασή Σου».

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ


Κατά τη Μ. Πέμπτη επιτελούμε ανάμνηση: (α) Της νίψεως των ποδών των Αποστόλων υπό του Κυρίου. (β) Του Μυστικού Δείπνου, δηλαδή της παραδόσεως σ' εμάς υπό του Κυρίου του Μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. (γ) Της θαυμαστής προσευχής του Κυρίου προς τον Πατέρα Του. Και (δ) Της προδοσίας του Κυρίου υπό του Ιούδα.
Εκείνο το βράδυ της Πέμπτης, πριν ν' αρχίσει το δείπνο ο Ιησούς σηκώνεται από το τραπέζι, αφήνει κάτω τα ιμάτιά του, βάζει νερό στο νιπτήρα και τα κάνει όλα μόνος Του, πλένοντας τα πόδια των Μαθητών Του. Με τον τρόπο αυτό θέλει να δείξει σ' όλους ότι δεν πρέπει να επιζητούμε τα πρωτεία. Μετά τη νίψη των ποδιών λέγει: «όποιος θέλει να είναι πρώτος, να είναι τελευταίος απ' όλους».
Πρώτα πήγε στον Ιούδα και μετά στo Πέτρο, ο οποίος ήταν ο πιο ορμητικός απ' όλους και στην αρχή σταματάει το Διδάσκαλο, αλλά ύστερα όταν τον έλεγξε, υποχωρεί με τη καρδιά του. Αφού έπλυνε τα πόδια όλων, πήρε τα ιμάτιά Του και ξανά κάθισε.
Άρχισε κατόπιν να τους νουθετεί να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να μη επιζητούν το ποιος θα είναι πρώτος. Στη συνέχεια τους μίλησε για την προδοσία και επειδή θορυβήθηκαν, στρέφεται με ήρεμο τρόπο στον Ιωάννη και τον υπέδειξε.
Κατόπιν πήρε ψωμί στα χέρια Του και είπε: «Λάβετε φάγετε». Το ίδιο έκανε και με το ποτήρι του κρασιού λέγοντας: «Πιέστε απ' αυτό όλοι, γιατί αυτό είναι το αίμα Μου, της νέας Συμφωνίας. Αυτό να κάνετε για να Με θυμάστε». Μετά από αυτή τη στιγμή ο Ιούδας, μόλις έφαγε τον άρτο έφυγε και συμφώνησε με τους αρχιερείς να τους Τον παραδώσει.
Μετά το δείπνο βγήκαν όλοι στο όρος των Ελαιών, όπου ο Χριστός τους δίδαξε τα ανήκουστα και τελευταία μαθήματα και αρχίζει να λυπάται και να ανυπομονεί. Αναχωρεί μόνος Του και, γονατίζοντας, προσεύχεται εκτενώς. Από την πολλή αγωνία γίνεται ο ιδρώτας Του σαν σταγόνες πηχτού αίματος, οι οποίες έπεφταν στη γη. Μόλις συμπληρώνει την εναγώνια εκείνη προσευχή, φθάνει ο Ιούδας με ένοπλους στρατιώτες και πολύ όχλο και αφού χαιρετάει και φιλάει πονηρά το δάσκαλό Του, Τον παραδίδει.
Συλλαμβάνεται λοιπόν ο Ιησούς και τον φέρνουν δέσμιο στους Αρχιερείς Άννα και Καϊάφα. Οι μαθητές σκορπίζονται και ο θερμότερος των άλλων ο Πέτρος τον ακολούθησε ως την αρχιερατική αυλή και αρνείται και αυτός ότι είναι μαθητής Του.
Εν τω μεταξύ ο θείος διδάσκαλος παρουσιάζεται μπροστά στο παράνομο συνέδριο, εξετάζεται για τους μαθητές και τη διδασκαλία Του, εξορκίζεται στο Θεό για να πει εάν Αυτός είναι πράγματι ο Χριστός και αφού είπε την αλήθεια, κρίνεται ως ένοχος θανάτου, επειδή τάχα βλασφήμησε.
Από 'κει και πέρα τον φτύνουν στο πρόσωπο, τον χτυπάνε, τον εμπαίζουν με κάθε τρόπο κατά τη διάρκεια όλης της νύχτας, ως το πρωί.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Τετάρτη,
τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρω Πόρνης γυναικός,
μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν,
ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονε».




Οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο ήταν δύο. Η μεν μία τον άλειψε πολύ καιρό πριν το Πάθος του και ήταν πόρνη, η δε άλλη λίγες μέρες πριν και ήταν φρόνιμη και ενάρετη. Αυτού του ευλαβικού έργου τη μνήμη επιτελεί η Εκκλησία, αναφέροντας συγχρόνως και την προδοσία του Ιούδα.

Το πολύτιμο εκείνο μύρο, που η γυναίκα εκείνη άλειψε το κεφάλι και τα πόδια του Ιησού, και στη συνέχεια το σκούπισε με τις τρίχες της κεφαλής της, εκτιμήθηκε 300 δηνάρια. Απ’ τους Μαθητές, ο φιλάργυρος Ιούδας δήθεν σκανδαλίζεται, για την απώλεια τέτοιου μύρου.

Ο Ιησούς του κάνει παρατήρηση να μην ενοχλεί την γυναίκα. Τότε ο Ιούδας πηγαίνει στους αρχιερείς, που ήταν συγκεντρωμένοι στην αυλή του Καϊάφα και έκαναν ήδη συμβούλιο προκειμένου να θανατώσουν τον Ιησού. Και συμφωνεί μαζί τους την προδοσία του διδασκάλου για 30 αργύρια και από τότε ζητούσε ευκαιρία να τον προδώσει.

Να σημειώσουμε εδώ ότι, από το γεγονός αυτό της προδοσίας καθιερώθηκε και η νηστεία της Τετάρτης, ακόμα από τα αποστολικά χρόνια.

Οι συνοδοιπόροι του πάθους του Χριστού μας πιστοί καλούμαστε αυτή την ιερή ημέρα να τιμήσουμε την έμπρακτη και ειλικρινή μετάνοια της πρώην πόρνης γυναικός, η οποία έγινε συνώνυμη με την συντριβή και την αλλαγή ζωής.

Ο Χριστός, εγκαινίασε μια νέα αντίληψη για τον αμαρτωλό άνθρωπο, εντελώς διάφορη από εκείνη της ιουδαϊκής κοινωνίας. Δεν είναι ο αμαρτωλός άνθρωπος μιασμένος από τη φύση του, αλλά ένας πνευματικά ασθενής, ο οποίος χρειάζεται βοήθεια. Έθεσε ως αντίδοτο της πνευματικής ασθένειας τη μετάνοια, η οποία είναι ο ισχυρότατος εκείνος μοχλός, ο οποίος γκρεμίζει το οικοδόμημα της αμαρτίας και αναγεννά τον άνθρωπο. Δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού παρήλθε ανεπιστρεπτί το καθεστώς του νόμου και της μισθαποδοσίας, και ανέτειλε η εποχή της χάρητος και του ελέους.

Η αφιέρωση της ημέρας αυτής στην μακάρια πρώην πόρνη γυναίκα έγινε σκόπιμα από τους Αγίους Πατέρες. Η μορφή της προβάλλει ως φωτεινό ορόσημο καταμεσής στην οδοιπορία προς το Θείο Πάθος για να δείξει και σε μας πως αν δεν συντριβούμε, σαν και εκείνη, και δεν δείξουμε έμπρακτη μετάνοια δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε το Χριστό στο Πάθος και την Ανάσταση.

Η Αγία μας Εκκλησία θέσπισε τη μετάνοια ως ύψιστη δωρεά η οποία ανανεώνει την ουρανοδρόμο πορεία μας προς το Χριστό και την τελείωσή μας. Καλός χριστιανός δεν είναι εκείνος, ο οποίος γεμάτο κομπασμό και εγωιστική αυτάρκεια, ισχυρίζεται ότι έφτασε σε επίπεδο αγιότητας και δεν χρειάζεται πια άλλο αγώνα, αλλά ο διατελών σε διαρκή μετάνοια.

Το Τροπάριο της Κασσιανής


Το Τροπάριο της Κασσιανής
Από τα απόστιχα ιδιόμελα του όρθρου της Μ. Τετάρτης:

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Μεταγραφή του Φώτη Κόντογλου:

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος

Μεγάλη Τρίτη

« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Τρίτη,
τῆς τῶν δέκα Παρθένων παραβολῆς,
τῆς ἐκ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου,
μνείαν ποιούμεθα»


Κατά την Αγία και Μεγάλη Τρίτη τελούμε την ανάμνηση της παραβολής των Δέκα Παρθένων. Οι θείοι Πατέρες όρισαν την αγία αυτή ημέρα να θυμηθούμε μια από τις πιο παραστατικές και διδακτικές παραβολές του Κυρίου μας.

Η συνοδοιπορία με το Χριστό μας προς το Θείο Πάθος δεν θα πρέπει να είναι τυπική και απλά συναισθηματική, αλλά να είναι ολοκληρωτική συμμετοχή στην εν Χριστώ πορεία και να συνοδεύεται από οντολογική αλλαγή του είναι μας. Η ενθύμηση της παραβολής των δέκα παρθένων είναι μια άριστη πνευματική άσκηση για να μην διαφεύγει από τη σκέψη μας η επερχόμενη μεγάλη, επιφανής και συνάμα φοβερή ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας.

Οι παρθένες είναι οι ψυχές μας και η προμήθεια λαδιού για το λυχνάρι είναι ο επίγειος συνεχής αγώνας για να κάνουμε το θέλημα του Θεού, να κάνουμε έργα ευποιίας, να παραμερίζουμε από την ύπαρξή μας συνεχώς όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι παρείσακτα στη φύση μας και αντιστρατεύονται την πνευματική μας πρόοδο και τελείωση. Το λυχνάρι είναι η παρρησία μας μπροστά στο Θεό.

Οι φρόνιμες παρθένες συμβολίζουν τις αγαθής προαίρεσης ψυχές, οι οποίες ζουν αδιάκοπα την λαχτάρα της ένωσής τους με το Νυμφίο της Εκκλησίας, τον σωτήρα Χριστό. Γι’ αυτό αγωνίζονται αέναα να αποκτούν αρετές και πνευματική προκοπή και να περιθωριοποιούν όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία αντιστρατεύονται την ένωσή τους με το Θεό. Οι μωρές παρθένες συμβολίζουν τις ράθυμες, αδιάφορες και εν πολλοίς εχθρικά προς το Χριστό διατελούσες ψυχές. Είναι εκείνες οι ψυχές οι οποίες απορροφημένες από την υλιστική ευδαιμονία, αδιαφορούν για την πνευματική πρόοδο και την εν Χριστώ σωτηρία.

Η Εκκλησία μας καλεί να είμαστε έτοιμοι για να υποδεχθούμε , τον ουράνιο Νυμφίο, τον Κύριο Ιησού, ο Οποίος θα έρθει αιφνιδίως, είτε ειδικώς κατά την στιγμή του θανάτου μας, είτε γενικώς κατά την Δευτέρα Παρουσία.

Επίσης μας καλεί, φέρνοντας ενώπιόν μας την παραβολή των ταλάντων να καλλιεργήσουμε και να αυξήσουμε τα χαρίσματα που μας έδωσε ο Κύριος.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

"Ωσανά & Σταυρωθήτω"




Περάσαμε και εφέτος, μέσα από το αγωνιστικό στάδιο της Μ. Τεσσαρακοστής. Διήλθαμε την ανακαινιστική οδό της μετανοίας. Κολυμβήσαμε στο πέλαγος της νηστείας. Την ψυχωφελή πληρώσαμε Τεσσαρακοστή. Και σήμερα Κυριακή των Βαΐων, αναφωνούντες κι εμείς το «Ωσανά, ευλογημένος, ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» μετά Βαΐων και κλάδων, εισερχόμεθα στην Αγία και Μ. Εβδομάδα.

Προχωράμε στην κορύφωση του μεγίστου των Μυστηρίων. Της αφάτου δι’ ημάς Θείας οικονομίας. Στο μεγαλείο του Σταυρού, στο θαύμα του ζωογόνου Τάφου, στο θρίαμβο της Αναστάσεως. Η Αγία και Μ. Εβδομάδα διανοίγεται και πάλι μπροστά μας. Το αποκορύφωμα και το επιστέγασμα της πνευματικής πορείας που ξεκινήσαμε την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και που όλες αυτές τις ημέρες, έχοντας σ’ αυτήν στραμμένο το βλέμμα μας, με πόθο ιερό και καρδιά γεμάτη κατάνυξη αναφωνούσαμε: «παράσχου και ημίν αγαθέ τον αγώνα τον καλόν αγωνίσασθαι, τον δρόμον της νηστείας εκτελέσαι, την πίτην αδιαίρετον τηρήσαι τας κεφαλάς των αοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε της αμαρτίας αναφανήναι ώστε ακατακρίτως φθάσαι προσκυνήσαι και την αγίαν Ανάστασιν»

«Γιατί όμως την ονομάζουμε μεγάλη, μας λέγει ο ι. Χρυσόστομος; Επειδή κάποια μεγάλα και απόρρητα τυχαίνει να υπάρξουν, για μας, μέσα σ’ αυτήν, αγαθά. Επειδή μεγάλα σε μας έγιναν κατ’ αυτήν απ’ το Δεσπότη κατορθώματα. Και λοιπόν μέσα σ’ αυτήν την εβδομάδα την Μεγάλη, η χρόνια του διαβόλου καταλύθηκε τυραννία. Ο θάνατος σβήστηκε. Ο ισχυρός δέθηκε. Τα σκεύη του (τα όργανα και οι πλεκτάνες του) διαρπάγησαν. Η αμαρτία αναιρέθηκε. Η κατάρα καταλύθηκε. Ο Παράδεισος ανοίχτηκε. Ο ουρανός προσπελάσιμος έγινε. Οι άνθρωποι με τους αγγέλους αναμείχτηκαν. Το μεσότοιχο του φραγμού σηκώθηκε. Ο της ειρήνης Θεός, ειρήνη έβαλε ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Για τούτο Μεγάλη ονομάζεται εβδομάδα».

Είναι λοιπόν Μεγάλη η εβδομάδα στην οποία προχωρούμε, όχι για τις μέρες της, ούτε για τις ώρες της. Σε τίποτε τέτοιο δεν διαφέρει από τις άλλες, μα και σε τίποτε δεν μοιάζει με όλες τις άλλες. Είναι μεγάλη γιατί μέσα σ’ αυτήν συγκαιφαλαιούται το θαύμα του Χριστιανισμού, τελεσιουργείται και τελειώνεται το μέγα και μοναδικό Μυστήριο της Θείας συγκαταβάσεως, κορυφώνεται η δόξα της Ορθοδοξίας. Είναι μεγάλη γιατί ο ίδιος ο Θεός, για χάρη δική μας οδηγείται στα άγια και σωτήρια και φρικτά πάθη. «Τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην. Και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον». Είναι μεγάλη γιατί…μεγάλη και η δική μας υποκρισία, ο εγωισμός, η αγνωμοσύνη, η κακία. Σήμερα με ενθουσιασμό φωνάζουμε «Ωσαννά», αύριο αλλόφρονες θα κραυγάζουμε «Σταυρωθήτω».

Θριαμβευτική και μεγαλόπρεπος η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Πλήθη αναρίθμητα συγκεντρώθηκαν για να ζητωκραυγάσουν τον Κύριο της ζωής και του θανάτου. Τον ανακαινιστή του κόσμου, τον αναμορφωτή της ζωής, τον αναμενόμενο Μεσσία. Τέτοια ήταν η υποδοχή ώστε, «Εισελθόντος αυτού εις Ιεροσόλυμα εσείσθη πάσα η πόλις».Αυτός προχωρεί. Εισέρχεται στη αγία πόλη. Την πόλη την φονεύσασα τους προφήτας, την πόλη που έσβηνε κάθε φωνή που ήταν ελεγκτική γι’ αυτήν. Εισέρχεται «καθήμενος επί πώλον όνου»,γνωρίζοντας ότι στην κορυφή του Γολγοθά τον περιμένει ο Σταυρός. Γνωρίζοντας ότι όλος αυτός ο κόσμος, όλος αυτός ο ενθουσιασμός , αμέσως μετά άρδην θα μετατραπούν. Το μίσος, ο φθόνος, ο φανατισμός, η εκδίκηση, θα μεταβάλουν το «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», σε «Άρον άρον σταύρωσον Αυτόν».

Αλλά, η ιστορία αυτή είναι τόσο παλιά, μα και τόσο καινούρια. Ο Χριστός σταυρώθηκε μεν πριν 2000 χρόνια, αλλά έκτοτε συνεχίζει καθημερινά να ξανασταυρώνεται. Το «Ωσαννά» και το «Σταυρωθήτω», στο πρόσωπο του Χριστού είναι δυο αλληλένδετες έννοιες που ποτέ δεν ξεχώρισαν, ποτέ δεν έπαψαν να συνοδεύουν το Χριστό, και παράλληλα να είναι η πτώση και η ανάσταση η δική μας. Ακούει και σήμερα ο Χριστός το «Σταυρωθήτω», από πολλούς και διαφόρους «Χριστοκάπηλους». Από αυτούς που το ευαγγέλιο στέκεται εμπόδιο στα άνομα σχέδια τους. Από αυτούς που βάζουν μέσα σε καλούπια τη διδασκαλία Του, που τον χρησιμοποιούν σύμφωνα με τα συμφέροντα τους, και τον εκμεταλλεύονται για τις προσωπικές τους επιδιώξεις. Ακούει το «Σταυρωθείτω» από αυτούς που δεν διστάζουν να τον ανταλλάξουν με το χρυσό στην πρώτη ευκαιρία, από αυτούς που εύκολα τον ξεπουλάνε και τον αποστρέφονται μη τυχόν και διακινδυνεύσουν τον ευδαιμονισμό τους, κάτι δικό τους.

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, απ’ τους διώκτες της πίστεως, τους καταφρονητές της Εκκλησίας, τον υλισμό, τον ορθολογισμό την αθεΐα. Χιλιάδες οι στομφώδεις διαλέξεις, οι πομπώδεις στα τηλεοπτικά παράθυρα αμπελοφιλοσοφίες, ατέλειωτη η αμφισβήτηση από γνωστούς και μη εξαιρετέους αρνητές και Χριστομάχους Σε τόνους μετριέται η μελάνη που καθημερινά χύνεται, με στόχο μοναδικό να σπιλωθεί το όνομα Του, να υβριστεί η θεότητα Του, να συκοφαντηθεί και να γελοιοποιηθεί η εκκλησία Του. Δηλητήριο δραστικότατο, περιτυλιγμένο με το χρυσόχαρτο, άλλοτε της ελευθερίας, άλλοτε της δημοκρατίας, άλλοτε της τέχνης, που προσπαθεί να δηλητηριάσει τις ψυχές και να κρημνίσει την πίστη. Ξανασταυρώνεται ο Χριστός απ’ την θολοκουλτούρα της εποχής, που εκτινάζει στο πρόσωπο Του τη λάσπη που έχει συσσωρεύσει μέσα της, τα αμαρτωλά της απωθημένα, τα βλαβερά και τοξικά κατάλοιπα του υποσυνείδητου της.

Μα ο Χριστός ξανασταυρώνεται και από μας τους ίδιους. «Ενώ ανήκουμε σ’ Αυτόν, γράφει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, ανήκουμε και στον αντίδικο μας. Κάνουμε στη ζωή μας συμβιβασμούς ύποπτους και βλαβερούς, προδίνουμε το άγιο όνομα του, παραχωρούμε έδαφος στη ψυχή μας και το προσφέρουμε στο διάβολο. Η ασυνέπεια είναι καρφί στα πανάγια χέρια και πόδια του. Η έλλειψη αγωνιστικού φρονήματος είναι η προδοσία του Ιούδα. Η υποχώρηση μας μπροστά στο δέλεαρ της αμαρτίας είναι νέο ράπισμα στο πρόσωπο του. Η αδιαφορία μας για τη σωτηρία μας είναι κολαφισμός άγριος και βάναυσος επάνω του. Η περιφρόνηση προς την Εκκλησία του είναι εμπτυσμός στην όψη του. Η απομάκρυνση μας από τη σώζουσα χάρι των μυστηρίων της είναι χλεύη εμπρός του. Η άρνηση μας να πλησιάσουμε την ουσία της διδασκαλίας του και να επηρεασθούμε από αυτήν είναι ακάνθινος στέφανος πάνω στην κεφαλή του. Ο φανατισμός μας, που βλέπει τους άλλους ξένους και εχθρούς, είναι μαστίγωμα της ράχης του. Η αποκλειστικότητα της αγιότητος που την κρύβουμε μόνο για τους εαυτούς μας, κατακρίνοντας όλους τους άλλους, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, είναι η λόγχη που ένυξε την πλευρά του. Η επιμονή μας να προσαρμόζουμε την πίστη μας στις αξιώσεις του εαυτού μας είναι θράσος απέραντο. Όλα μαζί είναι ξανασταύρωμα του Χριστού, επανάληψη του μυστηρίου της ανομίας».(ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ. ΜΗΤΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ « ΤΟ ΘΕΙΟ ΠΑΘΟΣ»).

Δυο λοιπόν οι στάσεις ανέκαθεν απέναντι στο πρόσωπο του Ιησού. Η πρώτη εκδηλώνεται με την ανείπωτη χαρά της συνάντησης μαζί Του. Εκφράζεται με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές της ψυχής –το μυστικό προσωπικό μας «Ωσαννά»-, υπογράφεται με την ταύτιση μας μαζί Του. Είναι στάση θαυμασμού, ευγνωμοσύνης, αγάπης, αφοσίωσης σ’ Αυτόν. Η δεύτερη, είναι στάση αποστροφής, προδοσίας, εχθρότητας, εγωπάθειας, κακεντρέχειας, υπερφίαλης και προβληματικής προσωπικότητας. Είναι η στάση του «Σταυρωθήτω»,ανά τους αιώνας.

Σήμερα λοιπόν, ο Ιησούς μπαίνει θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Μπαίνει και εκούσια, προχωρεί στο πάθος, στο Σταυρό, στον τάφο. Ακούει το «Ωσαννά» και γνωρίζει ότι θα ακούσει αμέσως μετά το «Σταυρωθήτω». Μαζί του προχωράμε κι εμείς. Ποια όμως η στάση μας απέναντι του; Με ποιους θα ταυτιστούμε και τι θα φωνάξουμε; Πόσοι από μας θα καταφέρουμε να βροντοφωνάξουμε μέσα απ΄ ην καρδιά μας το «Χριστός Ανέστη», την επόμενη Κυριακή και να νιώσουμε το πραγματικό νόημα αυτών των λέξεων;

Γι αυτό μας λέει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «Αδελφοί και πατέρες, πλησιάζει, η ημέρα του Πάσχα , αφού συν Θεώ περάσαμε την νηστεία. Αλλά γιατί βιαζόμαστε να φτάσουμε στο Πάσχα, αυτό που έρχεται και φεύγει; Δεν το γιορτάσαμε αυτό πολλά χρόνια; Και το Πάσχα λοιπόν αυτό θα περάσει. Διότι δεν υπάρχει τίποτα το μόνιμο σ’ αυτόν τον αιώνα. «Οι ημέρες μας φεύγουν σαν τη σκιά»(Ψαλμ. ρμγ΄.4), και ο βίος μας πορεύεται όπως ο καβαλάρης ταχυδρόμος, ώσπου να μας φέρει στο τέλος της ζωής. Τι λοιπόν δεν είναι επιθυμητό το Πάσχα; Είναι επιθυμητό και μάλιστα πολύ. Πώς θα μπορούσε να πει κανείς όχι; Αλλά το Πάσχα που επιτελείται κάθε μέρα. Και τι είναι αυτό; Είναι ο καθαρισμός των αμαρτιών, η συντριβή της καρδιάς, το δάκρυ της κατανύξεως, η καθαρή συνείδηση, η νέκρωση των μελών που είναι στη γη, της πορνείας, ακαθαρσίας, πάθους, κακής επιθυμίας (Κολ. Γ΄.5), ίσως και κάποιας άλλης πονηρίας που παρατηρείται. Διότι όποιος καταξιώνεται να ζει αυτά, όχι μόνο μια φορά το χρόνο, αλλά για να πω έτσι, κάνει Πάσχα, κάθε μέρα, και γιορτή πολυπόθητη. Και όποιος δεν έχει τα όσα είπαμε πριν, αλλά τον κρατούν τα πάθη, αυτός δεν μπορεί να γιορτάζει. Διότι πως μπορεί να γιορτάζει αυτός που έχει Θεό την κοιλιά; Και πως αυτός που φλέγεται από σαρκική επιθυμία; Πως αυτός που λιώνει από φθόνο; Πως αυτός που βυθίζεται στη φιλαργυρία; Πως αυτός που υποδουλώνεται στην κενοδοξία; Πως αυτός που οδηγείται από όλα τα άλλα, πάθη; …Διότι δεν μπορεί να φωτίζεται αυτός που είναι στο σκοτάδι, αυτός που ταλαιπωρείται από τις αμαρτίες να γιορτάζει…».

Γι’ αυτό λοιπόν τη μοναδική αυτή νύχτα της Αναστάσεως, ας μην έλθουμε σαν απλοί πανηγυριστές. Έτσι …για το καλό, έτσι γιατί το βρήκαμε. Ας μην περιορίσουμε το Χριστιανισμό μας σε 10 λεπτά οχλοβοής, σπρωξίματος, επίδειξης, τυπικών ευχών και μετά… «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού…».

Ας μην φωνάξουμε με τον τρόπο μας για μια ακόμη φορά το «Σταυρωθήτω».Αλλά να έρθουμε με την βεβαιότητα ότι: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος…»

Καλη ανάσταση

π. Γεώργιος Αλεντάς

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ




Τι είναι Μεγάλη Εβδομάδα;

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η εβδομάδα πριν το Πάσχα (από την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ μέχρι το Μ. Σάββατο) και ονομάζεται «Μεγάλη», όχι γιατί έχει περισσότερες μέρες ή ώρες από τις άλλες εβδομάδες, αλλά γιατί τα γεγονότα όπου τελούνται και βιώνονται στους Ιερούς Ναούς είναι κοσμοσωτήρια για τον άνθρωπο!



Πώς βιώνεται ο λειτουργικός χρόνος τη Μεγάλη εβδομάδα;

Η Εκκλησία από την μεγάλη της φιλανθρωπία, για να μπορέσουν όσο είναι δυνατόν περισσότεροι πιστοί να συμμετέχουν στις Ακολουθίες, επέτρεψε από την αρχή της Μ. Εβδομάδας, να ψάλλεται ο Όρθρος της επόμενης ημέρας. (π.χ. την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ ψάλλεται ο Όρθρος της Μεγάλης Δευτέρας).



Τι τελείται τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας;

Οι τέσσερις πρώτες ημέρες μας προετοιμάζουν πνευματικά για το θείο δράμα και οι Ακολουθίες ονομάζονται «Ακολουθίες του Νυμφίου».

Μεγάλη Δευτέρα (Κυριακή Βαϊων βράδυ):

Την Μεγάλη Δευτέρα κυριαρχούν δύο γεγονότα:

α) Η ζωή του Ιωσήφ του 11ου γιού του Πατριάρχη Ιακώβ, του ονομαζόμενου Παγκάλου, δηλαδή του ωραίου στο σώμα και τη ψυχή. Ο Ιωσήφ προεικονίζει με την περιπέτειά του (που πουλήθηκε σκλάβος στην Αίγυπτο) τον ίδιο τον Χριστό και το πάθος Του.

β) Το περιστατικό της άκαρπης συκιάς που ξέρανε ο Χριστός (Ματθ. 21, 18-22):
Συμβολίζει την Συναγωγή των Εβραίων και γενικά την ζωή του Ισραηλιτικού λαού που ήταν άκαρποι από καλά έργα.


Μεγάλη Τρίτη (Μεγάλη Δευτέρα βράδυ):

Την Μεγάλη Τρίτη θυμόμαστε και ζούμε δύο παραβολές:

α) Των δέκα παρθένων (Ματθ. 25,1-13) που μας διδάσκει να είμαστε έτοιμοι και γεμάτοι από πίστη και φιλανθρωπία.

β) Των Ταλάντων (Ματθ. 25,14-30), που μας διδάσκει να είμαστε εργατικοί και πρέπει να καλλιεργούμε και να αυξήσουμε τα πνευματικά μας χαρίσματα.


Μεγάλη Τετάρτη (Μεγάλη Τρίτη βράδυ):

Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα (Λουκ. 7,47), που μετανιωμένη άλειψε τα πόδια του Κυρίου με μύρο και συγχωρήθηκε για τα αμαρτήματά της, γιατί έδειξε μεγάλη αγάπη και πίστη στον Κύριο. Ψάλλεται το περίφημο τροπάριο (δοξαστικό) της Υμνογράφου Μοναχής Κασσιανής.



Μεγάλη Πέμπτη (Μεγάλη Τετάρτη βράδυ):

Την Μεγάλη Πέμπτη γιορτάζουμε 4 γεγονότα :

α) Τον Ιερό Νιπτήρα, το πλύσιμο δηλαδή των ποδιών των μαθητών από τον Κύριο, δείχνοντας για το ποια πρέπει να είναι η διακονία των πιστών στην Εκκλησία.

β) Τον Μυστικό Δείπνο, δηλαδή την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.

γ) Την Προσευχή του Κυρίου, στο Όρος των Ελαιών και

δ) την Προδοσία του Ιούδα, δηλαδή την αρχή του Πάθους του Κυρίου.



Μεγάλη Παρασκευή (Μεγάλη Πέμπτη βράδυ):

Την Μεγάλη Παρασκευή έχουμε την Κορύφωση του θείου δράματος, τελείται η «Ακολουθία των Παθών» και θυμόμαστε και βιώνουμε τα Σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού μας. Δηλαδή:

α) Τα πτυσίματα

β) τα μαστιγώματα

γ) τις κοροϊδίες

δ) τους εξευτιλισμούς

ε) τα κτυπήματα

στ) το αγκάθινο στεφάνι και κυρίως την

ζ) Σταύρωση και

η) τον θάνατο του Χριστού μας.


Μεγάλο Σάββατο (Μεγάλη Παρασκευή πρωϊ και βράδυ):

Το Μεγάλο Σάββατο το πρωϊ γιορτάζουμε:

α) την Ταφή Του Κυρίου και

β) την Κάθοδο Του στον Άδη, όπου κήρυξε σε όλους τους νεκρούς. Έτσι Μεγάλη Παρασκευή το πρωϊ (ημερολογιακά), τελούνται οι εξής ακολουθίες: Ακολουθία των Μεγάλες Ωρών και στις 12.00 το μεσημέρι της Αποκαθηλώσεως, δηλαδή την Ταφή Του Κυρίου από τον Ιωσήφ τον Αριμαθαίας και το Νικόδημο τον Φαρισαίο, μέλος του Μ. Συμβουλίου και κρυφό μαθητή του Κυρίου.

Την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ (ημερολογιακά) ψάλλονται τα Εγκώμια και έχουμε την περιφορά του Επιταφίου!

Κυριακή του Πάσχα (Μ. Σάββατο πρωϊ και νύχτα από τις 12.00 π.μ):

Το Μεγάλο Σάββατο (ημερολογιακά) το πρωϊ, έχουμε την λεγόμενη «1η Ανάσταση», δηλαδή το προανάκρουσμα της Αναστάσεως που μεταδίδουν οι ύμνοι και της προσμονής της λυτρώσεως όλης της κτίσεως από την φθορά και τον θάνατο!

Το Μεγάλο Σάββατο στις 12.00 (δηλαδή ουσιαστικά την Κυριακή), έχουμε την ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας, την ήττα του θανάτου και της φθοράς και την αφή του Αγίου Φωτός στον κόσμο από το Πανάγιο Τάφο.

Κυριακή του Πάσχα το απόγευμα, τελείται ο «Εσπερινός της Αγάπης», όπου σε πολλές γλώσσες διαβάζεται το Ιερό Ευαγγέλιο και διατρανώνεται παγκοσμίως η νίκη του θανάτου και η εποχή της Καινούριας Διαθήκης, της χαράς και της Αναστάσιμης ελπίδας.

Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα των Παθών και της Αναστάσεως για όλους εμάς τους Πίστους;

Οι πιστοί βιώνουμε τα πάθη και την ανάσταση του Χριστού συμμετέχοντας ενεργά σε αυτά με «συμπόρευση», «συσταύρωση» και «συνανάσταση»! Ο Χριστός με την θέληση του (εκουσίως), έπαθε και ανέστη για να σωθούμε όλοι εμείς! Αυτό σημαίνει ότι δεν λυπούμαστε «μοιρολατρικά» για το Πάθος του, αλλά για τις δικές μας αμαρτίες και αφού μετανοιώνουμε ειλικρινώς μπορούμε την αντικειμενική σωτηρία που χάραξε ο Χριστός να την κάνουμε και υποκειμενική - προσωπική σωτηρία!

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Σάββατο του Λαζάρου Φίλου του Χριστού


Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή ολοκληρώνεται και καταλήγει σε δυο λαμπρές, εόρτιες ημέρες, ή μάλλον σε μια διπλή εορτή. Είναι το Σάββατο του Λαζάρου, κατά το οποίο μνημονεύουμε την έγερση του επιστήθιου φίλου του Χριστού Λαζάρου, και η Κυριακή των Βαΐων, που εορτάζουμε τη θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα έξι μέρες πριν προδοθεί και υποστεί το σταυρικό θάνατο. Κατά τις δύο αυτές λαμπρές ημέρες η Εκκλησία μάς αποκαλύπτει το αυθεντικό νόημα της εθελούσιας θυσίας του Χριστού και του λυτρωτικού Του θανάτου, πριν εισέλθουμε στη θλίψη και το σκοτάδι του πάθους, πριν ξαναγίνουμε μάρτυρες της οδύνης του Χριστού.

Ο Χριστός βρισκόταν μακριά από την Ιερουσαλήμ όταν πέθανε ο Λάζαρος, και μόλις τέσσερις μέρες αργότερα έφθασε στη Βηθανία όπου συνάντησε τις αδελφές του Λαζάρου, τη Μάρθα και τη Μαρία, και τους στενοχωρημένους και κλαμένους φίλους του. Το ευαγγέλιο του αγίου Ιωάννη εξιστορεί με λεπτομέρειες αυτή τη συνάντηση, αρχίζοντας από τη συζήτησή Του με τη Μάρθα και τη Μαρία.

Και οι δυο τους λένε στο Χριστό, «Κύριε ει ης ώδε, ουκ αν απέθανέ μου ο αδελφός» (Ιωαν. 11, 32). Και ο Χριστός απαντά: «αναστήσεται ο αδελφός σου» (Ιωαν. 11, 23). Ασχετα όμως από αυτή την απάντηση, όταν είδε το κλάμα των αδελφών και των φίλων τους, ο Ίδιος «ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν αυτόν...» (Ιωαν. 11, 36). Ο Χριστός διέταξε να απομακρυνθεί η πέτρα που σκέπαζε τον τάφο. Και όταν αφαιρέθηκε η πέτρα, «φωνή μεγάλη εκραύγασε Λάζαρε, δεύρο έξω, και εξήλθεν ο τεθνηκώς δεδεμένος τους πόδας και τας χείρας κειρίαις...» (Ιωαν. 11, 43- 44). Ποιο είναι το νόημα αυτού του γεγονότος που η Εκκλησία γιορτάζει τόσο λαμπρά, τόσο πανηγυρικά, τόσο νικητήρια το Σάββατο του Λαζάρου; Πώς μπορούμε να συμβιβάσουμε τη θλίψη και τα δάκρυα του Χριστού με τη δύναμη να εγείρει τους νεκρούς;

Με ολόκληρο τον εορτασμό η Εκκλησία επαναλαμβάνει πως ο Χριστός κλαίει επειδή, βλέποντας το θάνατο του φίλου Του, βλέπει επίσης και τη νίκη του θανάτου πάνω σ ολόκληρο τον κόσμο, βλέπει πως ο θάνατος, που δε δημιουργήθηκε από το Θεό, σφετερίστηκε το θρόνο Του και τώρα κυριαρχεί στον κόσμο, δηλητηριάζοντας τη ζωή, μετατρέποντας τα πάντα σε άσκοπο ρεύμα ημερών που κυλούν ανελέητα προς την άβυσσο. Κατόπιν έρχεται η εντολή, «Λάζαρε, δεύρο έξω»! Εδώ έχουμε το θαύμα της αγάπης που θριαμβεύει πάνω στο θάνατο, ακούμε μια εντολή που αναγγέλλει τον πόλεμο του Χριστού κατά του θανάτου, μια υπόσχεση πως ο ίδιος ο θάνατος θα καταστραφεί και θα εξαφανιστεί. Ο ίδιος ο Χριστός, που σημαίνει ο ίδιος ο Θεός, η ίδια η αγάπη και η ζωή, για να καταστρέψει το θάνατο και το σκοτάδι του, κατεβαίνει στον τάφο, για να αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο το θάνατο, για να τον εκμηδενίσει και να μάς χαρίσει την αιώνια ζωή την οποία ο Θεός μάς δημιούργησε να κατέχουμε.


Από το βιβλίο
«Εορτολόγιο -
Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος»
Αλέξανδρος Σμέμαν
Εκδ. Ακρίτας

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Η παρασκευή και ο καθαγιασμός του Αγίου Μύρου

Η παρασκευή και ο καθαγιασμός του Αγίου Μύρου, γεγονός ιδιαίτερης σημασίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, θα πραγματοποιηθεί φέτος κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Το Άγιο Μύρο παρασκευάζεται περίπου κάθε δέκα χρόνια, στο Φανάρι και χρησιμοποιείται στο μυστήριο του βαπτίσματος για την μετάδοση των δωρεών του Αγίου Πνεύματος στους νεοφώτιστους Ορθοδόξους.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος θα καθαγιάσει για δεύτερη φορά κατά την Πατριαρχία του νέα ποσότητα Αγίου Μύρου την Μ. Πέμπτη το πρωί, παρουσία εκπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Η όλη προετοιμασία της παρασκευής του Μύρου θα αρχίσει την Κυριακή των Βαΐων, όταν ο Πατριάρχης με ειδική ευχή θα αναθέσει στον Άρχοντα Μυρεψό και στους συνεργάτες του Μυρεψούς, την ευθύνη της όλης διεργασίας.
Πρόκειται για ένα έργο πολύ υπεύθυνο, που απαιτεί ειδικές γνώσεις. Για αυτό το αξίωμα του Μυρεψού πάντα αναλαμβάνουν φαρμακοποιοί και χημικοί.
Σήμερα, επικεφαλής τους είναι ο Άρχων Μυρεψός Πρόδρομος Θανάσογλου, ενώ της αρμόδιας Συνοδικής Επιτροπής προεδρεύει ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως και Θείρων Αθανάσιος.
Η διαδικασία της παρασκευής και «εψήσεως», του ψησίματος δηλαδή, του Μύρου γίνεται στο ειδικά διαμορφωμένο κουβούκλιο που βρίσκεται στον περίβολο του Πατριαρχείου.

Τα υλικά με τα οποία παρασκευάζεται το Άγιο Μύρο, είναι:
αρωματικά φυτά, δρόγες και αιθέρια έλαια, από τα οποία το σημαντικότερο είναι το ροδέλαιο το οποίο αποστέλλεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Βουλγαρίας.
Τα συστατικά αυτά με διάφορες παραλλαγές και προσθήκες, εμφανίζονται σε καταλόγους από τον 8ο αιώνα μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα.
Ενδεικτικά αναφέρουμε το έλαιο, τον οίνο, το κιννάμωμο, την ίριδα, την μαστίχη Χίου , την αγγελική, το σάψιχο, τα μύρα, το μυροβάλανο, τη ζινγκίβερη, την νάρδο και τα φύλλα ινδικού. Επίσης, χρησιμοποιείται και μόσχος, αιθεριούχο ζωικό έκκριμα από τον αδένα του αρσενικού μοσχαριού.
Η «έψησις» αρχίζει τη Μ. Δευτέρα το πρωί μετά τη Θεία Λειτουργία, οπότε αγιάζονται τα βασικά συστατικά του Μύρου κατά τη διάρκεια ειδικής ακολουθίας, στην οποία προΐσταται ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Κι όπως ορίζει το τυπικό, ο Πατριάρχης ραντίζει με αγιασμένο ύδωρ τους λέβητες, τα σκεύη και τα υλικά για την παρασκευή του Αγίου Μύρου.
Στη συνέχεια, κρατώντας αναμμένα τα δικηροτρίκηρα, ανάβει τον κάθε λέβητα (πέντε συνολικά), στους οποίους έχουν τοποθετηθεί ως καύσιμη ύλη, φθαρμένα εκκλησιαστικά έντυπα, καθώς και άχρηστα ξύλα από διάφορα μέρη του ναού (αναλόγια, στασίδια κ.α.). Κατόπιν, ο Πατριάρχης αναγινώσκει περικοπές από το ιερό Ευαγγέλιο.
Η ανάγνωση συνεχίζεται από Αρχιερείς και ιερείς οι οποίοι εναλλάσσονται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Η διαδικασία αυτή ακολουθεί με την ίδια τυπική διάταξη την Μ. Τρίτη και την Μ. Τετάρτη, οπότε το Μύρο διαυγές πλέον, μεταγγίζεται σε μεγάλους αργυρούς αμφορείς, σε μικρά αργυρά δοχεία, καθώς και σε αλαβάστρινα, τα οποία μεταφέρονται στο Πατριαρχικό παρεκκλήσι του Αγίου Ανδρέου. Από εκεί τη Μ. Πέμπτη το πρωί με λιτανεία μεταφέρονται στον Πατριαρχικό ναό από 24 ιερείς που κρατούν τους 12 αμφορείς, από 35 περίπου Αρχιερείς που κρατούν αργυρά και αλαβάστρινα δοχεία και τον Πατριάρχη που κρατεί αργυρό δοχείο.
Στη διάρκεια της θείας Λειτουργίας που προεξάρχει ο Πατριάρχης, γίνεται ο καθαγιασμός του Μύρου που παρασκευάσθηκε. Οι αμφορείς και τα υπόλοιπα δοχεία τοποθετούνται γύρω και επάνω στην Αγία Τράπεζα.
Στο τέλος της Λειτουργίας, πάλι με πομπή, μεταφέρονται τα δοχεία στο Μυροφυλάκιο του Πατριαρχείου.
Το Άγιο Μύρο το οποίο αποστέλλεται και σε άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, χρησιμοποιείται επίσης για το χρίσμα των προσερχομένων στην Ορθόδοξη Εκκλησία ετεροδόξων, οι οποίοι ήδη έχουν βαπτισθεί στο όνομα της Αγίας Τριάδος σύμφωνα με την τάξη του δόγματος τους καθώς και στον καθαγιασμό νέων Ιερών Ναών, κ.α...

Άγιο Μύρο παρασκευάσθηκε στο Φανάρι στη διάρκεια του 20ου αιώνος 9 φορές:

1. 1903 επί Πατριαρχίας Ιωακείμ του Γ΄

2. 1912 επί Πατριαρχίας Ιωακείμ του Γ΄

3. 1928 επί Πατριαρχίας Βασιλείου του Γ΄

4. 1939 επί Πατριαρχίας Βενιαμίν του Α΄

5. 1951 επί Πατριαρχίας Αθηναγόρου του Α΄

6. 1960 επί Πατριαρχίας Αθηναγόρου του Α΄

7. 1973 επί Πατριαρχίας Δημητρίου του Α΄

8. 1983 επί Πατριαρχίας Δημητρίου του Α΄

9. 1992 επί Πατριαρχίας Βαρθολομαίου

Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα

-Γέροντα, τι θα με βοηθήση να μην κατακρίνω;
- Όλα είναι πάντοτε έτσι όπως τα σκέφτεσαι εσύ; 
- Όχι, Γέροντα.
- Ε, τότε να λες: «Δεν σκέφτομαι πάντοτε σωστά∙ πολλές φορές κάνω λάθος. Να, στην τάδε περίπτωση σκέφθηκα έτσι και βγήκε ότι είχα άδικο. Στην τάδε περίπτωση έκρινα και έπεσα έξω, οπότε τον αδίκησα τον άλλον. Επομένως δεν πρέπει να ακούω τον λογισμό μου». Ο καθένας μας λίγο- πολύ έχει περιπτώσεις που έπεσε έξω στην κρίση του. Αν φέρη στον νου του τις περιπτώσεις που έκρινε και έπεσε έξω, τότε θα αποφεύγη την κατάκριση. Αλλά και μια φορά να μην έπεσε έξω και να είχε δίκαιο, πού ξέρει τα ελατήρια του άλλου; Ξέρει πώς έγινε κάτι; Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα.
Κι εγώ, όταν ήμουν νέος ,είχα την κατάκριση ψωμοτύρι. Επειδή ζούσα λίγο προσεκτικά και είχα μια ψευτοευλάβεια, ό,τι μου φαινόταν στραβό ,το έκρινα. Γιατί, όταν στον κόσμο ζη κανείς λίγο πνευματικά, μπορεί να βλέπη πολλά κουσούρια στους άλλους και να μη βλέπη αρετές. Εκείνους που καλλιεργούν την αρετή μπορεί να μη τους βλέπει, γιατί ζουν στην αφάνεια, αλλά να βλέπη τους άλλους που κάνουν αταξίες και να τους κατακρίνη. «Αυτός, λέει, κάνει έτσι, εκείνος περπατεί έτσι, ο άλλος κοιτάζει έτσι…».
Ξέρετε τί είχα πάθει μια φορά ; Είχαμε πάει με ένα γνωστό μου να λειτουργηθούμε σε ένα μοναστήρι στο Μονοδένδρι, εννιά ώρες περίπου μακριά από την Κόνιτσα. Όταν μπήκαμε στον ναό, ο γνωστός μου στάθηκε στο αναλόγιο, για να ψάλη, και εγώ πήγα στο στασίδι πίσω από τον ψάλτη∙ παρακολουθούσα κι έψελνα σιγανά. Κάποια στιγμή ήρθε μια γυναίκα με μαύρα, σχετικά νέα, στάθηκε δίπλα μου και συνέχεια με κοιτούσε. Με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της∙ με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της … Είχα αγανακτήσει. Βρέ, παιδάκι μου, έλεγα μέσα μου, τι σόι άνθρωπος είναι αυτή; Μέσα στον κόσμο, μέσα στην εκκλησία, τί με κοιτάζει έτσι;». Εγώ τις αδελφές μου, όταν περνούσαν στον δρόμο δίπλα μου, δεν τις έβλεπα. Πήγαιναν μετά και έκαναν παράπονα στην μάνα μας: «Με είδε ο Αρσένιος, έλεγαν, και δε μου μίλησε!» . «Καλά, μου έλεγε μετά η μητέρα μου, βλέπεις τις αδελφές σου στον δρόμο και δεν τις μιλάς;». «Εγώ θα κοιτάζω αν αυτή που περνάει δίπλα μου είναι η αδελφή μου; της έλεγα. Ένα σωρό σόι έχουμε. Αυτό θα κάνω;». Θέλω να πω, είχα κάτι τέτοιες ακρότητες. Να περνά τώρα δίπλα σου η ίδια σου η αδελφή και να μην της μιλάς! Τέλος πάντων… Μόλις λοιπόν τελείωσε η Θεία λειτουργία, πήγε αυτή η μαυροφόρα και παρακάλεσε τον ιερέα να μου πη να πάω στο σπίτι της, γιατί έμοιαζα πολύ με το παιδί της που είχε σκοτωθή στον πόλεμο! Όταν πήγα στο σπίτι της, είδα την φωτογραφία του παιδιού της∙ πραγματικά ,μοιάζαμε σαν αδέλφια! Αυτή η καημένη με κοιτούσε μέσα στην εκκλησία και έκανε τον σταυρό της σαν να έβλεπε το παιδί της. Κι εγώ έλεγα: «Την αθεόφοβη, μέσα στην εκκλησία πώς κοιτάζει!». Ω, μετά ξέρετε πώς με είχε λειώσει αυτό το περιστατικό; «Για δες, είπα, εσύ να κάνης τέτοιους λογισμούς, ότι ποιος ξέρει τι γυναίκα είναι και μεσ’ στην εκκλησία να μην ντρέπεται καθόλου… και αυτή η φουκαριάρα να έχη χάσει το παιδί της και να έχη τον καημό της!».
Μια άλλη φορά κατέκρινα τον αδελφό μου που ήταν φαντάρος. Μου έστειλε μήνυμα ο σιτιστής: «Έδωσα στον αδελφό σου δύο μπετόνια με λάδι∙ τι έγιναν τα μπετόνια;». «Μα, αυτός εκεί πέρα, είπα, έφερνε στο σπίτι τους στρατιώτες και τους φιλοξενούσαμε, τώρα πώς τόκανε αυτό, να πάρη λάδι από τον στρατό;». Οπότε πιάνω και γράφω στον αδελφό μου αγανακτισμένος ένα γράμμα… Κι εκείνος μου απαντάει: «Τα μπετόνια να τα ζητήσης από την νεωκόρο της κάτω εκκλησίας»! Αυτός το λάδι το είχε στείλει στην εκκλησία της κάτω Κόνιτσας, γιατί ήταν φτωχή. «Χρόνια πολλά ,είπα τότε στον εαυτό μου. Την άλλη φορά κατέκρινες εκείνη την φουκαριάρα∙ τώρα τον αδελφό σου. Άλλη φορά τίποτε-τίποτε!». Θέλω να πω, όταν είδα ότι έπεφτα έξω στις κρίσεις μου, εξέταζα τον εαυτό μου: «Στην τάδε περίπτωση είχα πει για τον άλλον ότι ενήργησε έτσι, αλλά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Άλλη φορά άλλο συμπέρασμα είχα βγάλει κι αλλιώς ήταν». Έτσι έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του. «Άλλη φορά ,είπα, δεν θα κρίνης καθόλου. Τελεία- παύλα! Είσαι στραβός και όλα στραβά και ανάποδα τα βλέπεις. Κοίταξε να γίνης σωστός άνθρωπος». Και μετά ,όταν μου φαινόταν κάτι στραβό, έλεγα : «Κάτι καλό θα είναι , αλλά εγώ δεν το καταλαβαίνω∙ όσες φορές έβαλα αριστερό λογισμό, έπεσα έξω». Όταν πλέον σιχάθηκα τον εαυτό μου, με την καλή έννοια, όλους τους δικαιολογούσα∙ για τους άλλους έβρισκα πάντα ελαφρυντικά και μόνον τον εαυτό μου κατέκρινα. Αλλά, εάν ο άνθρωπος δεν παρακολουθή τον εαυτό του, όλα τα περνάει απαρατήρητα και μετά στην Κρίση θα είναι αναπολόγητος.

Θέλει παλληκαριά, για να κοπή η κατάκριση.
Λοιπόν:
Καλή Αρχή. STOP.
STOP των κριτικών λογισμών. Αμήν.
Καλή εξάγνιση του νου και της καρδιάς. Αμήν.

Από το βιβλίο: «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Ε΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ 
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
2007

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΩΝ


Πέμπτη ἑβδομάς τῶν Νηστειῶν εἶναι τό λειτουργικό ἀποκορύφωμα τῆς Τεσσαρακοστῆς. Οἱ ἀκολουθίες εἶναι μακρότερες καί ἐκλεκτότερες. Στή συνήθη ἀκολουθία τῶν λοιπῶν ἑβδομάδων θά προστεθοῦν δύο νέες ἐκτενεῖς ἀκολουθίες·τήν Πέμπτη ὁ Μέγας Κανών καί τό Σάββατο ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος. Κανονικά τό ἀποκορύφωμα αὐτό θά ἔπρεπε νά ἀναζητηθῇ στήν ἑπομένη, στήν ἕκτη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, πού εἶναι καί ἡ τελευταία τῆς περιόδου αὐτῆς. Ἀλλά ὅλα στή λατρεία μας ἔχουν τακτοποιηθῆ ἀπό τούς Πατέρας μέ πολλή μελέτη καί περίσκεψι. Μέ «διάκρισι», κατά τήν ἐκκλησιαστική ἔκφρασι. Μετά ἀπό τήν τελευταία ἑβδομάδα ἀκολουθεῖ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάς, μέ πυκνές καί μακρές ἀκολουθίες, ἀνάλογες πρός τά μεγάλα ἑορτολογικά της θέματα. Μεταξύ αὐτῆς καί τοῦ ἀποκορυφώματος τῆς Τεσσαρακοστῆς ἔπρεπε νά μεσολαβήσῃ μία περίοδος σχετικῆς ἀναπαύσεως, μία μικρά ἀνάπαυλα. Τό τόσο λοιπόν ἀνθρωπίνως ἀναγκαῖο μεσοδιάστημα εἶναι ἡ τελευταία ἑβδομάς καί τήν ἔξαρσι τοῦ τέλους βαστάζει ἡ προτελευταία. Τίς δύο θαυμαστές ἀκολουθίες τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, τόν Μέγα Κανόνα καί τόν Ἀκάθιστο ὕμνο, θά σταθοῦμε καί θά τίς ἐξετάσουμε.

Ὁ Μέγας Κανών ψάλλεται τμηματικῶς στά Ἀπόδειπνα τῶν τεσσάρων πρώτων ἡμερῶν τῆς Α' ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν καί ὁλόκληρος στήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τῆς Πέμπτης τῆς Ε' ἑβδομάδος. Στίς ἐνορίες συνήθως ψάλλεται ἀνεξαρτήτως ἀπό τόν Ὄρθρο, ἐν εἴδει μικρᾶς ἀγρυπνίας, τό βράδυ τῆς Τετάρτης μαζί μέ τήν ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου. Κατά τόν τρόπο αὐτό διευκολύνονται περισσότερο οἱ χριστιανοί στήν παρακολούθησί του. Μπορεῖ νά τόν εὕρῃ κανείς μέσα στό λειτουργικό βιβλίο πού περιέχει τίς ἀκολουθίες τῆς Τεσσαρακοστῆς, στό Τριῴδιο, καθώς καί σέ μικρά αὐτοτελῆ φυλλάδια. Ἡ παρακολούθησις τοῦ Κανόνος αὐτοῦ κατά τήν ὥρα τῆς ψαλμῳδίας του εἶναι δύσκολη, γιατί τά νοήματα εἶναι πυκνά καί ταχύς ὁ ρυθμός τῆς ψαλμῳδίας του. Γιά τούς λόγους αὐτούς τά ἐγκόλπια αὐτά εἶναι ἰδιαιτέρως ἀπαραίτητα γιά ὅσους θέλουν νά γνωρίσουν καλλίτερα τόν ὕμνο αὐτόν. Τά κατωτέρω ἄς ἀποτελέσουν μία σύντομο εἰσαγωγή καί βοήθεια γιά τήν κατανόησί του καί μιά παρακίνησι γιά τήν παρακολούθησι τῆς ψαλμῳδίας τοῦ ἐκλεκτοῦ αὐτοῦ λειτουργικοῦ κειμένου.

Καί πρῶτα δυό λόγια γιά τόν ποιητή του. Τόν Μέγα Κανόνα συνέθεσε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης. Μοναχός κατ᾿ ἀρχάς στήν Μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα στά Ἱεροσόλυμα, ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη γιά ἐκκλησιαστική ἀποστολή. Ἐκεῖ παρέμεινε καί ἀνέλαβε διάφορα ἐκκλησιαστικά ὑπουργήματα καί τέλος ἀνεδείχθη ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ἀπέθανε γύρω στά 740 μ.Χ. στήν Ἐρεσό τῆς Λέσβου, εἴτε ἐπιστρέφοντας στήν Κρήτη, κατά ἕνα ταξείδι του στήν Κωνσταντινούπολι, εἴτε καί ἐξόριστος ἐκεῖ -ἦταν ὑποστηρικτής τῶν ἁγίων εἰκόνων. Στήν παραλία τῆς Ἐρεσοῦ τιμᾶται μέχρι σήμερα ὁ τάφος του, μία μεγάλη σαρκοφάγος, πού βρίσκεται πίσω ἀπό τό ἅγιο Βῆμα τῆς ἐρειπωμένης Βασιλικῆς τῆς ἁγίας Ἀναστασίας, ὅπου κατά τούς βιογράφους του εἶχε ταφῆ. Ὁ Ἀνδρέας ἦταν λόγιος κληρικός καί ὑμνογράφος. Ἡ φιλολογική καί ὑμνολογική του παραγωγή εἶναι ἀξιόλογος. Τό σπουδαιότερο ὅμως ὑμνογραφικό του ἔργο εἶναι ὁ Μέγας Κανών. Τόν ἔγραψε, ὅπως φαίνεται ἀπό διάφορες ἐνδείξεις, περί τό τέλος τῆς ζωῆς του, κατά δέ τήν μαρτυρία ἑνός Συναξαρίου, στήν Ἐρεσό, λίγο πρίν πεθάνῃ. Ἄν ἡ πληροφορία αὐτή εἶναι ἀληθινή, ὁ Μέγας Κανών εἶναι τό κύκνειο ᾆσμα τοῦ ὑμνογράφου μας.

Γιά νά καταλάβουμε τήν ποιητική του δομή πρέπει νά κάμωμε μία μικρή παρέκβασι. Τό ἔργο αὐτό ἀνήκει στό ποιητικό εἶδος τῶν Κανόνων, πού κατά πολλούς ἔχει τήν ἀρχή του σ᾿ αὐτόν τόν ἴδιο τόν Ἀνδρέα. Εἶναι δέ οἱ Κανόνες ἕνα σύστημα τροπαρίων, πού ἐγράφοντο γιά ἕνα ὡρισμένο λειτουργικό σκοπό: Νά διακοσμήσουν τήν ψαλμῳδία τῶν ἐννέα ᾠδῶν τοῦ Ψαλτηρίου, πού ἐστιχολογοῦντο στόν Ὀρθρο. Ἔψαλλαν τίς ἐννέα ᾠδές καί στούς τελευταίους στίχους τῆς κάθε μιᾶς παρενέβαλλαν τά τροπάρια, ὅπως γίνεται μέχρι σήμερα στούς Ναούς μας κατά τήν ψαλμῳδία τοῦ «Κύριε ἐκέκραξα» στόν ἑσπερινό καί τῶν ψαλμῶν τῶν Αἴνων στόν ὄρθρο. Ἐννέα ἦσαν οἱ ᾠδές τοῦ Ψαλτηρίου, ἐννέα καί οἱ ὁμάδες τροπαρίων πού ἀποτελοῦσαν τόν κανόνα. Ὅλος ὁ κανών ψάλλεται σέ ἕνα ἦχο. Κάθε ὅμως ᾠδή παρουσιάζει μιά μικρή παραλλαγή στήν ψαλμῳδία κατά τρόπο, πού νά διατηρεῖται μέν ἡ μουσική ἑνότης στόν ὅλο Κανόνα, ἀφοῦ ὅλος ψάλλεται στόν ἴδιο ἦχο, ἀλλά καί νά θραύεται καί ἡ μονοτονία μέ τίς παραλλαγές στήν ψαλμῳδία πού παρουσιάζει κάθε μιά ᾠδή. Τόν Κανόνα αὐτόν τῆς συνθέσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ αὐτοῦ ποιητικοῦ εἴδους ἀκολουθεῖ καί ὁ Μέγας Κανών. Ἔχει ἐννέα ᾠδές·ὅλες ψάλλονται σέ ἦχο πλ. β', κάθε ὅμως ᾠδή ἔχει τό δικό της «εἱρμό», βάσει τοῦ ὁποίου ἔχουν συνταχθῆ καί ψάλλονται τά τροπάριά της.

Ὁ Μέγας ὅμως Κανών στήν μορφή του ἔχει μιά χαρακτηριστική ἰδιορρυθμία. Ἡ ἰδιορρυθμία του συνίσταται στό ὅτι, συγκρινόμενος πρός τούς ἄλλους ὁμοίους του Κανόνες, εἶναι «μέγας». Μέγας στήν ἀπόλυτό του ἔννοια. Μεγαλύτερος δέν μποροῦσε νά ὑπάρξῃ καί τοῦτο γιατί ὁ ποιητής θέλησε νά συνθέσῃ ὄχι τρία ἤ τέσσερα τροπάρια γιά τήν κάθε ᾠδή, ὅπως συνήθως ἔχουν οἱ ἄλλοι Κανόνες, ἀλλά πολύ περισσότερα: Τόσα, ὅσα εἶναι καί οἱ ἄλλοι στίχοι τῶν ᾠδῶν, οὕτως ὥστε στόν καθένα στίχο νά ἀντιστοιχῇ καί νά παρεμβάλλεται κατά τήν ψαλμῳδία ἀπό ἕνα τροπάριο. 250 εἶναι οἱ στίχοι τῶν ᾠδῶν, 250 καί τά τροπάρια τοῦ Μεγάλου Κανόνος, ἐνῷ οἱ συνήθεις Κανόνες ἔχουν γύρω στά 30. Σήμερα τά τροπάρια τοῦ Μεγάλου Κανόνος εἶναι κατά τριάντα περίπου περισσότερα ἀπό τά ἀρχικά. Μεταγενέστεροι ὑμνογράφοι προσέθεσαν τροπάρια γιά τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία καί γιά τόν ἴδιο τόν ἅγιο Ἀνδρέα.

Καί ἐρχόμεθα στό περιεχόμενο τοῦ μεγάλου Κανόνος. Δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνα κύκνειο ᾆσμα, ἕνας θρῆνος προθανάτιος, ἕνας θρηνητικός μονόλογος. Ὁ ποιητής βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του. Αἰσθάνεται ὅτι οἱ ἡμέρες του εἶναι πιά ὀλίγες, ὁ βίος του ἔχει περάσει. Ἀναλογίζεται τόν θάνατο καί τήν κρίσι τοῦ δικαίου Κριτοῦ, πού τόν ἀναμένει. Καί ἔρχεται νά κάμῃ μία ἀναδρομή, μία ἀνασκόπησι τοῦ πνευματικοῦ του κόσμου. Κάθεται νά συζητήσῃ μέ τήν ψυχή του. Ὁ ἀπολογισμός ὅμως δέν εἶναι ἐνθαρρυντικός. Ὁ βαρύς κλοιός τῆς ἁμαρτίας τόν συμπνίγει. Ἡ συνείδησις τόν ἐλέγχει. Καί ὁ ποιητής θρηνεῖ διαρκῶς γιά τήν ἄβυσσο τῶν κακῶν του πράξεων.Στόν θρῆνο αὐτό συμπλέκεται ἡ ἀναδρομή στήν Ἁγία Γραφή. Αὐτό κυρίως δίδει τήν μεγάλη ἔκταση στό ποίημα. Ὁ σύνδεσμος ὅμως τοῦ θρήνου μέ τήν Ἁγία Γραφή εἶναι πολύ φυσικός. Σάν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ ποιητής ἀνοίγει τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀξιολογήσῃ τά πεπραγμένα του. Ἐξετάζει ἕνα πρός ἕνα τά παραδείγματα τοῦ ἱεροῦ βιβλίου. Τό ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως εἶναι κάθε φορά τρομερό καί αἰτία νέων θρήνων. Ἔχει μιμηθῆ ὅλες τίς κακές πράξεις τῶν ἡρώων τῆς ἱερᾶς ἱστορίας, ὄχι ὅμως καί τίς καλές πράξεις τῶν Ἁγίων. Δέν τοῦ μένει παρά ἡ μετάνοια, ἡ συντριβή καί ἡ καταφυγή στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ἀνοίγει ἡ αἰσιόδοξος προοπτική τοῦ ποιητοῦ. Βρῆκε τήν θύρα τοῦ Παραδείσου, τήν μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δέν ἔχει νά παρουσιάσῃ·προσφέρει ὅμως στόν Θεό τή συντετριμένη του καρδιά καί τήν πνευματική του πτωχεία. Τά βιβλικά παραδείγματα τοῦ Δαυίδ, τοῦ τελώνου, τῆς πόρνης καί τοῦ ληστοῦ τόν ἐνθαρρύνουν, Ὁ Κριτής θά εὐσπλαγχνισθῇ καί αὐτόν, πού ἁμάρτησε πιό πολύ ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας

Βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, της οποίας η Εκκλησίας μας τιμά την μνήμη την 1η Απριλίου και την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών της Μεγ. Τεσσαρακοστής.

Οσία Μαρία η Αιγυπτία

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία γεννήθηκε στην Αίγυπτο. Σε ηλικία 12 ετών εγκατέλειψε την οικογενειακή της εστία και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια. Από την μικρή αυτή ηλικία ξεκίνησε να διάγει άσωτο βίο. Όλο της το χρόνο τον αφιέρωνε στις ηδονές της σάρκας. Ένα από τα αποτελέσματα της ζωής που έκανε, ήταν να μην καταφέρει να μάθει γράμματα.
Κάποια στιγμή, και ενώ βρισκόταν σε ηλικία 30 ετών, παρατήρησε πολλούς ανθρώπους να επιβιβάζονται σε πλοία στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Ρωτώντας έμαθε ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν Χριστιανοί που πήγαιναν στην Ιερουσαλήμ για την γιορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Αποφάσισε να τους ακολουθήσει και γι' αυτόν τον λόγο επιβιβάστηκε σε ένα μικρό πλοίο προσφέροντας το σώμα της στους ταξιδιώτες με σκοπό να καλύψει τα ναύλα και την τροφή της. Φτάνοντας στην Ιερουσαλήμ συνέχισε να καλύπτει τα έξοδά της με τον ίδιο τρόπο έως την ημέρα της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Την ημέρα εκείνη, βλέποντας το μεγάλο πλήθος των πιστών που πήγαινε στο ναό, αποφάσισε να μπει και εκείνη μαζί τους για να δει από κοντά τον Σταυρό στον οποίο σταυρώθηκε ο Ιησούς Χριστός. Φτάνοντας στην πόρτα του ναού, στάθηκε αδύνατον να εισέλθει σε αυτόν εμποδιζόμενη από μια αόρατη δύναμη. Προσπάθησε επανειλημμένως να μπει στον ναό, αλλά το αποτέλεσμα παρέμενε το ίδιο. Ο ναός δεχόταν όλους τους προσκυνητές εκτός από την ίδια.

Αποκαμωμένη από την προσπάθεια, κάθισε σε μια άκρη της αυλής του ναού, για να ξεκουραστεί. Θεία φώτιση την έκανε να καταλάβει ότι δεν γίνεται δεκτή λόγω του έκλυτου βίου της. Διαπιστώνοντας την πορεία που έχει λάβει η ζωή της, άρχισε να προσεύχεται στην Παναγία ζητώντας να της επιτραπεί η είσοδος στο ναό, υποσχόμενη ότι στο εξής θα ζούσε ενάρετα. Μετά από αρκετή ώρα προσευχής ξαναδοκίμασε να μπει στο ναό και ω του θαύματος, κατάφερε να εισέλθει σε αυτόν χωρίς καμιά δυσκολία. Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία γονάτισε τότε μπροστά στον Τίμιο Σταυρό και προσευχήθηκε με θέρμη, μετανιωμένη για τη ζωή που διήγαγε έως εκείνη τη στιγμή.
Μετά την έξοδό της από τον ναό, πήγε και στάθηκε στο σημείο της αυλής που είχε προσευχηθεί πριν της επιτραπεί η είσοδος σε αυτόν. Στο σημείο αυτό, προσευχήθηκε για άλλη μια φορά στην Παναγία ζητώντας να της φανερώσει τι έπρεπε να κάνει στο εξής. Τότε άκουσε μια φωνή που της έλεγε να περάσει τον Ιορδάνη ποταμό και να κατευθυνθεί στην έρημο. Υπακούοντας η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, βγήκε από την αυλή του ναού. Ένας περαστικός, χωρίς κανέναν προφανή λόγο, της έδωσε τρεις φολείς (χάλκινα νομίσματα της εποχής). Με αυτά τα νομίσματα αγόρασε τρία ψωμιά και κατευθύνθηκε προς τον Ιορδάνη. Στον ναό του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, που βρίσκεται κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, κοινώνησε και αφού έφαγε μισό ψωμί, κοιμήθηκε στην ύπαιθρο. Την επομένη, με ένα πλοιάριο, πέρασε τον ποταμό και πήρε τον δρόμο προς την έρημο.
Στην έρημο αυτή έζησε 47 ολόκληρα χρόνια χωρίς να συναντήσει ούτε άνθρωπο αλλά ούτε και ζώο. Ζώντας με ότι έβρισκε στην έρημο και αντιστεκόμενη στους πολλούς πειρασμούς, έζησε αυτά τα 47 χρόνια μέχρι την στιγμή που συναντήθηκε με τον Αββά Ζωσιμά.
Ο Αββάς Ζωσιμάς ήταν ένας ενάρετος μοναχός που έζησε όλη του τη ζωή σε μοναστήρι. Λίγο καιρό πριν συναντηθεί με την Οσία Μαρία την Αιγυπτία, είχε αφήσει το μοναστήρι στην Παλαιστίνη, στο οποίο βρισκόταν από νήπιο, και εγκαταστάθηκε σε ένα μοναστήρι κοντά στον Ιορδάνη ποταμό. Στο νέο αυτό μοναστήρι είχαν ως κανόνα τις ημέρες της Σαρακοστής, η συντριπτική πλειοψηφία των μοναχών να φεύγουν από αυτό και ο καθένας μόνος του να ασκητεύει στην έρημο. Την Κυριακή των Βαΐων επέστρεφαν στο μοναστήρι και συνέχιζαν τον εκεί βίο τους έως την επόμενη Σαρακοστή. Σε αυτό λοιπόν το μοναστήρι, πήγε ο Αββάς Ζωσιμάς, και ακολουθώντας τον κανόνα έφυγε στην αρχή της Σαρακοστής από αυτό και άρχισε να περιπλανιέται στην έρημο ζώντας με συνεχή προσευχή και ελάχιστη τροφή.
Είκοσι μέρες περιπλανήθηκε στην έρημο ώσπου συναντήθηκε με την Οσία Μαρία την Αιγυπτία. Στη συνάντησή τους αυτή μετά από παράκληση του Ζωσιμά, η Οσία του εξιστόρησε τον βίο της, παρακαλώντας τον να μην τον φανερώσει σε κανέναν, όσο εκείνη βρισκόταν εν ζωή. Κατά την διάρκεια της συνάντησης αυτής, ο Ζωσιμάς διαπίστωσε ότι η γυναίκα που είχε μπροστά του, όχι μόνο ήταν θεοσεβούμενη αλλά είχε Αγιάσει εν ζωή. Χωρίς να της πει αυτός τίποτα, εκείνη γνώριζε το όνομά του, το όνομα του ηγουμένου του μοναστηριού, τον κανόνα για τις ημέρες της Σαρακοστής, αλλά και ολόκληρα χωρία από την Αγία Γραφή και από το βιβλίο των ψαλμών. Χωρία που της είχαν επιφοιτιστεί από την Θεία Χάρη, αφού όπως αναφέραμε και στην αρχή του κειμένου, η Οσία δεν ήξερε γράμματα, αλλά και δεν ήρθε και σε επαφή με κανέναν από τη στιγμή που έγινε Χριστιανή και έφυγε για την έρημο.
Όταν ήρθε η ώρα να αποχωριστούν, η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, ζήτησε από τον Ζωσιμά την επόμενη χρονιά να μην ακολουθήσει τον κανόνα αλλά να παραμείνει τις ημέρες της σαρακοστής στο μοναστήρι. Την δε Μεγάλη Τετάρτη, να την συναντήσει σε ένα συγκεκριμένο σημείο της όχθης του Ιορδάνη ποταμού και να της φέρει Θεία κοινωνία για να κοινωνήσει. Ο χρόνος αυτός πέρασε και ο Αββάς Ζωσιμάς έπραξε όπως του είχε ζητήσει η Οσία. Την μεγάλη Τετάρτη, κουβαλώντας λίγα τρόφιμα και Θεία Κοινωνία, πήγε στο σημείο που είχαν ορίσει. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε η Οσία από την απέναντι όμως όχθη του ποταμού Ιορδάνη. Ο Αββάς Ζωσιμάς αναρωτήθηκε πως θα περνούσε η γυναίκα το ποτάμι αφού δεν υπήρχε εκεί κοντά κάποια βάρκα. Τότε η Οσία, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, σταύρωσε τον Ιορδάνη και τον διάβηκε περπατώντας πάνω σε αυτόν. Αφού κοινώνησε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Χριστού, έφαγε μονάχα τρία σπυριά φακής από τα τρόφιμα που είχε φέρει ο Ζωσιμάς, λέγοντάς του ότι εκείνα τα σπυριά της ήταν αρκετά.
Πριν αποχωριστούν είπε στον Ζωσιμά την επόμενη χρονιά να ακολουθήσει τον κανόνα του μοναστηριού και να την συναντήσει στην έρημο, στο σημείο που είχαν συναντηθεί πρώτη φορά. Πέρασε και αυτός ο χρόνος και ήρθε η αρχή της σαρακοστής. Ο Ζωσιμάς πήρε τον δρόμο για την έρημο σκεπτόμενος ότι είχε ξεχάσει να ρωτήσει ποιο ήταν το όνομα της Άγιας αυτής γυναίκας. Φτάνοντας στο σημείο που είχαν συναντηθεί την πρώτη φορά βρήκε την Οσία Μαρία την Αιγυπτία να κείτεται νεκρή, με σταυρωμένα τα χέρια και σε κατεύθυνση ώστε να «βλέπει» προς την ανατολή. Δακρυσμένος ο Αββάς Ζωσιμάς, έψαλε τους νεκρώσιμους ύμνους και τότε διαπίστωσε ότι η Οσία του είχε αφήσει ένα μήνυμα σκαλισμένο στη γη. Το μήνυμα αυτό του φανέρωνε το όνομά της, τον προέτρεπε να την θάψει σε εκείνο το σημείο και του γνωστοποιούσε ότι είχε πεθάνει πριν ακριβώς ένα χρόνο την ημέρα δηλαδή που έλαβε την Θεία Κοινωνία.
Ο Αββάς Ζωσιμάς, βρίσκοντας ένα ξύλο προσπάθησε να σκάψει έναν λάκκο για να θάψει το σώμα της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Το έδαφος όμως ήταν πολύ σκληρό και απελπισμένος ότι δεν θα κατάφερνε να ανοίξει τον λάκκο αυτό, άρχισε να προσεύχεται με δάκρυα στα μάτια. Τότε εμφανίστηκε ένα λιοντάρι που στάθηκε στα πόδια της Οσίας. Ο Αββάς θεωρώντας ότι αυτό είναι έργο του Θεού, παρακάλεσε το λιοντάρι να σκάψει αντί για εκείνον ένα λάκκο και έτσι έγινε. Το θηρίο άνοιξε τον λάκκο με τα πόδια του, μέσα στον οποίο ο Αββάς Ζωσιμάς ενταφίασε το σώμα της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Όταν γύρισε στο μοναστήρι είπε την ιστορία της Οσίας στους μοναχούς, καθώς και το τι είχε γίνει κατά την διάρκεια των τριών συναντήσεών του με αυτήν. Η ιστορία αυτή διαδόθηκε από στόμα σε στόμα για πολλά χρόνια ώσπου έφτασε στον αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων Σωφρόνιο, ο οποίος και την κατέγραψε. Ο Αββάς Ζωσιμάς άφησε την τελευταία του πνοή στο μοναστήρι εκείνο και σε ηλικία περίπου 100 ετών.

Απολυτίκιον της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας:
Εν σοι Μήτερ ακριβώς δεσώθη το κατ’ εικόνα λάβουσα γαρ τον Σταυρόν ηκολουθήσας τω Χριστώ και πράττουσα εδίδασκες, υπεροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γαρ επιμελείσθαι δε ψυχής, πράγματος αθανάτου διο και μετά Αγγέλων συναγάλλεται, Οσία Μαρία το πνεύμα σου.